Τι είναι η CBG και ποια είναι τα οφέλη αυτού του κανναβινοειδούς;
(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: Leafly, “What Is CBG and What Are the Benefits of This Cannabinoid?” https://www.leafly.com/…/cannabis-1…/what-is-cbg-cannabinoid, Jacqueline Havelka https://www.leafly.com/news/author/jacqueline-havelka )

Μέχρι τώρα, οι περισσότεροι άνθρωποι που είναι εξοικειωμένοι με την κάνναβη έχουν ακούσει για την THC (τετραϋδροκανναβινόλη)[1] και την CBD (κανναβιδιόλη)[2] και τα αποτελέσματά τους, αλλά γνωρίζεις ότι υπάρχουν πολλές άλλες παρόμοιες ενώσεις στην κάνναβη; Ένα λιγότερο γνωστό κανναβινοειδές που ονομάζεται κανναβιγερόλη (cannabigerol, CBG), αν και δεν υπάρχει σε μεγάλες ποσότητες στις περισσότερες ποικιλίες, αξίζει να μάθουμε για αυτό για πολλούς λόγους.
[1] “What Is THC (Tetrahydrocannabinol)?” (Τι είναι η THC (τετραϋδροκανναβινόλη);) https://www.leafly.com/…/canna…/what-is-tetrahydrocannabinol
[2] “What Are High-CBD Cannabis Strains and How Do They Differ From High-THC Strains?” (Τι είναι οι ποικιλίες της κάνναβη με υψηλή περιεκτικότητα σε CBD και πώς διαφέρουν από αυτές με υψηλή περιεκτικότητα σε THC;) https://www.leafly.com/…/whats-the-deal-with-these-high-cbd…

Πώς παράγεται η CBG;
Η CBG είναι ένα μη ψυχοδραστικό κανναβινοειδές, που σημαίνει ότι δεν έχει επιδράσεις ευφορικότητας όπως η THC. Επειδή είναι παρούσα σε χαμηλά επίπεδα (συνήθως λιγότερο από 1%) στις περισσότερες ποικιλίες της κάνναβης, η CBG θεωρείται ένα δευτερεύων κανναβινοειδές. Εκπληκτικά, ωστόσο, η THC και η CBD ξεκινούν ως CBG – είναι η χημική ένωση “μητέρα” και της THC και της CBD. Τα φυτά κάνναβης παράγουν κανναβιγερολικό οξύ (CBGA) και αυτό είναι ο πρόδρομος των τριών κύριων γραμμών κανναβινοειδών[3]: του τετραϋδροκανναβινολικού οξέος (THCA)[4], κανναβιδιολικού οξέος (CBDA) και κανναβιχρωμενικού οξέος (CBCA).
[3] EPM de Meijer, KM Hammond “The inheritance of chemical phenotype in Cannabis sativa L. (II): Cannabigerol predominant plants” (Η κληρονομικότητα του χημικού φαινοτύπου στο φυτό Cannabis sativa L. (II): τα φυτά που κυριαρχούνται από την κανναβιγερόλη) Euphytica (2005) 145:189–198
https://link.springer.com/article/10.1007/s10681-005-1164-8…
Περίληψη
“Η εργασία αυτή στοχεύει στην αποσαφήνιση του γενετικού μηχανισμού που είναι υπεύθυνος για τη συσσώρευση της κανναβιγερόλης (CBG) σε ορισμένους φαινοτύπους του φυτού Cannabis sativa L. Η CBG είναι ο άμεσος πρόδρομος των κανναβινοειδών CBD, THC και CBC. Τα φυτά που έχουν έντονη παρουσία της CBG έχουν βρεθεί σε διάφορα φυτά κλωστικής κάνναβης (hemp). Οι εγγενείς απόγονοι προερχόμενοι από ένα τέτοιο φυτό διασταυρώθηκαν με πραγματικά κυρίαρχα από την THC φυτά και με κυρίαρχα από την CBD φυτά, αντίστοιχα. Οι διαχωρισμοί στα διαγονιδιακά προγονίδια υποδεικνύουν ότι η συσσώρευση CBG οφείλεται στην ομόζυγη παρουσία ενός ελάχιστα λειτουργικού αλληλόμορφου, που ονομάζεται πειραματικά Β0, στον μοναδικό τόπο Β ο οποίος φυσιολογικά ελέγχει τη μετατροπή της CBG σε THC (αλληλόμορφο ΒΤ) ή/και σε CBD (αλληλόμορφο BD). Το γεγονός ότι τα φυτά συσσώρευσης CBG έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής στους πληθυσμούς ευρωπαϊκών φυτών κλωστικής κάνναβης που γενικά αποτελούνται από φυτά BD / BD και η παρατήρηση ότι το αλληλόμορφο B0 που ερευνήθηκε εδώ διαθέτει υπολειμματική ικανότητα μετατροπής μικρών ποσοτήτων CBG σε CBD, καθιστά πιθανό ότι αυτό το B0 είναι μια μετάλλαξη της κανονικά λειτουργικής BD. Συνεπώς, το Β0 θεωρείται ως μέλος της αλλυλικής σειράς BD που κωδικοποιεί μία ισομορφή συνθάσης CBD με μεγάλη εξασθενημένη συγγένεια υποστρώματος ή/και καταλυτικής ικανότητας”.
[4] “What Is THCA and What Are the Benefits of This Cannabinoid?” (Τι είναι το THCA και ποια είναι τα οφέλη αυτού του κανναβινοειδούς;) https://www.leafly.com/…/what-is-thca-and-what-are-the-bene…

Συγκεκριμένα ένζυμα στο φυτό σπάνε το CBGA και το “κατευθύνουν” προς μία από τις τρεις γραμμές. Τα οξέα εκτίθενται σε υπεριώδες φως ή θερμότητα, και ιδού, γίνονται τα κανναβινοειδή που γνωρίζουμε: THC και CBD. Στις περισσότερες ποικιλίες, το CBGA μετατρέπεται αμέσως είτε σε THCA είτε σε CBDA. Έτσι, περισσότερη THC σημαίνει λιγότερη CBG και CBD (και αντίστροφα) σύμφωνα με το φυσικό τρόπο του πώς συντίθενται αυτές οι ενώσεις.

Για να επιτευχθούν υψηλότερες αποδόσεις σε CBG, οι καλλιεργητές πειραματίζονται με γενετικό χειρισμό και διασταύρωση των φυτών. Για παράδειγμα, στο Subcool Seeds[5], διασταυρώνουν ποικιλίες για να παράγουν υψηλότερα περιεχόμενα CBG. Οι επιστήμονες μπορούν επίσης να εξαγάγουν υψηλότερα επίπεδα CBG από ανθοφόρα φυτά καθορίζοντας τον βέλτιστο χρόνο εκχύλισης, περίπου στις έξι με οχτώ εβδομάδες, στο κύκλο ανθοφορίας. Μια φαρμακευτική ποικιλία που ονομάζεται Bediol[6] παράγεται με τον τρόπο αυτό από την ολλανδική εταιρεία Bedrocan BV Medicinal Cannabis.
[5] http://www.tgagenetics.com/
[6] https://www.leafly.com/sativa/bediol

Πιθανά ιατρικά οφέλη της CBG
Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ΕΚΣ)[6] που είναι χτισμένο εντός του ανθρώπινου σώματος, λειτουργεί για να διατηρήσει το σώμα στην ισορροπημένη κατάσταση της ομοιόστασης. Ενώ υπάρχουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των κανναβινοειδών[7], γενικά το ενδοκανναβινοειδές σύστημα εκτελεί διαφορετικές λειτουργίες, συγκεκριμένες για κάθε περιοχή του σώματος. Για παράδειγμα, σε μια περιοχή τραυματισμού, το ΕΚΣ μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση των κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος για τον περιορισμό της φλεγμονής.
[6] “What Is the Endocannabinoid System and What Is Its Role?” (Τι είναι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και ποιος είναι ο ρόλος του;) https://www.leafly.com/…/science-tech/what-is-the-endocanna…
[7] “Cannabinoids 101: What Makes Cannabis Medicine?” (Κανναβινοειδή 101: Τι κάνει την κάνναβη φάρμακο;) https://www.leafly.com/…/cannabinoids-101-what-makes-cannab…

Η CBG έχει βρεθεί ότι δρα με πολύ συγκεκριμένα φυσιολογικά συστήματα και προβλήματα και τα αποτελέσματα για την ιατρική της χρήση είναι πολλά υποσχόμενα:
* Οι υποδοχείς ενδοκανναβινοειδών κυριαρχούν στις δομές των ματιών και είναι ενδιαφέρον ότι, η CBG πιστεύεται ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στη θεραπεία του γλαυκώματος επειδή μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση[8]. Είναι ένα ισχυρό αγγειοδιασταλτικό και έχει νευροπροστατευτικά αποτελέσματα να δώσει.
[8] Nadolska K, Goś R “[Possibilities of applying cannabinoids’ in the treatment of glaucoma] [Article in Polish]” ([Δυνατότητες εφαρμογής κανναβινοειδών στη θεραπεία του γλαυκώματος] [Άρθρο στα πολωνικά]) Klin Oczna. 2008;110(7-9):314-7.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/19112869
Περίληψη
“Εδώ και αρκετές δεκαετίες, πολυάριθμες επιστημονικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο χορήγησης, τα κανναβινοειδή μπορούν να μειώσουν την ενδοφθάλμια πίεση. Επιπλέον, αυτές οι ενώσεις χαρακτηρίζονται από ιδιότητες νευροπροστασίας και αγγειοδιαστολής, οι οποίες επιπλέον επιβεβαιώνουν τη θεραπευτική τους χρησιμότητα στη συντηρητική θεραπεία του γλαυκώματος. Μέχρι στιγμής, δεν έχει περιγραφεί λεπτομερώς ποιος μηχανισμός χρησιμοποιείται για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης από τα κανναβινοειδή. Παρ’ όλα αυτά, η παρουσία υποδοχέων ενδοκανναβινοειδών σε δομές του οφθαλμού που είναι υπεύθυνες για τον σχηματισμό και εκροή υδατικού χυμού είναι μία εξήγηση για την αποτελεσματικότητα αυτών των ενώσεων όταν χορηγούνται σε τοπική μορφή. Αυτές τις μέρες, με τη βοήθεια της σύγχρονης φαρμακολογικής τεχνολογίας διατίθενται σημαντικά μεγαλύτερες δυνατότητες βελτίωσης της βιοδιαθεσιμότητας των κανναβινοειδών που χορηγούνται στο μάτι από ότι στο παρελθόν, καθώς και ο περιορισμός των ανεπιθύμητων παρενεργειών του”.
* Σε πειράματα σε ποντίκια, η CBG βρέθηκε ότι είναι αποτελεσματικό στη μείωση της φλεγμονής που χαρακτηρίζει τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου[9].
[9] Borrelli F, Fasolino I, Romano B, Capasso R, Maiello F, Coppola D, Orlando P, Battista G, Pagano E, Di Marzo V, Izzo AA “Beneficial effect of the non-psychotropic plant cannabinoid cannabigerol on experimental inflammatory bowel disease” (Ευεργετική επίδραση του μη ψυχοτρόπου φυτοκανναβινοειδούς, της κανναβιγερόλης, στην πειραματική φλεγμονώδη νόσο του εντέρου) Biochem Pharmacol. 2013 May 1;85(9):1306-16.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/23415610
Περίληψη
“Η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (Inflammatory bowel disease, IBD) είναι μια ανίατη ασθένεια που πλήττει εκατομμύρια ανθρώπους σε βιομηχανικές χώρες. Τα ανεκδοτικά (μη δημοσιευμένα) και επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι η χρήση κάνναβης μπορεί να έχει θετικό αντίκτυπο στους ασθενείς με IBD. Εδώ, ερευνήσαμε την επίδραση της κανναβιγερόλης (CBG), ενός μη ψυχοτρόπου κανναβινοειδούς που προέρχεται από την κάνναβη, σε μοντέλο κολίτιδας ποντικού. Η κολίτιδα προκλήθηκε σε ποντικούς με ενδοκλωνική χορήγηση δινιτροβενζολοσουλφονικού οξέος (dinitrobenzene sulphonic acid, DNBS). Η φλεγμονή αξιολογήθηκε με αξιολόγηση φλεγμονωδών δεικτών / παραμέτρων (αναλογία μήκους / βάρους στο κόλον και δραστικότητα μυελοϋπεροξειδάσης), με ιστολογική ανάλυση και ανοσοϊστοχημεία. τα επίπεδα ιντερλευκίνης-1β, ιντερλευκίνης-10 και ιντερφερόνης-γ με ELISA, επαγώγιμη συνθάση νιτρικού οξειδίου (inducible nitric oxide synthase, iNOS) και κυκλοοξυγενάση-2 (cyclooxygenase-2, COX-2) με κηλίδωση Western και RT-PCR. Δρασμού CuZn-υπεροξειδίου δισμουτάσης (superoxide dismutase, SOD) με χρωματομετρική δοκιμασία. Τα μακροφάγα ποντικού και τα εντερικά επιθηλιακά κύτταρα χρησιμοποιήθηκαν για να εκτιμηθεί η επίδραση της CBG στην παραγωγή νιτρικού οξειδίου και οξειδωτικού στρες, αντίστοιχα. Η CBG μείωσε την αναλογία μήκους / βάρους του κόλον, την δραστικότητα μυελοϋπεροξειδάσης και την έκφραση iNOS, της αυξημένης δραστικότητας SOD και ομαλοποίησε τι αλλαγές ιντερλευκίνης-1β, ιντερλευκίνης-10 και ιντερφερόνης-γ που σχετίζονται με τη χορήγηση DNBS. Στα μακροφάγα, η CBG μείωσε την παραγωγή νιτρικού οξειδίου και την έκφραση της πρωτεΐνης iNOS (αλλά όχι mRNA). Το Rimonabant (ένας ανταγωνιστής υποδοχέα CB1) δεν άλλαξε την επίδραση της CBG στην παραγωγή νιτρικού οξειδίου, ενώ το SR144528 (ένας ανταγωνιστής υποδοχέα CB2) αύξησε περαιτέρω την ανασταλτική επίδραση της CBG στην παραγωγή νιτρικού οξειδίου. Συμπερασματικά, η CBG εξασθένησε την κολίτιδα του ποντικού, μείωσε την παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου σε μακροφάγα (επίδραση που διαμορφώνεται από τον υποδοχέα CB2) και μείωσε τον σχηματισμό ROS σε εντερικά επιθηλιακά κύτταρα. Η CBG θα μπορούσε να εξεταστεί για κλινικούς πειραματισμούς σε ασθενείς με IBD”.
* Σε πρόσφατη μελέτη του 2015, η CBG αποδείχθηκε ότι προστατεύει τους νευρώνες σε ποντίκια με τη νόσο του Huntington[10], η οποία χαρακτηρίζεται από εκφυλισμό των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο.
[10] Valdeolivas S, Navarrete C, Cantarero I, Bellido ML, Muñoz E, Sagredo O “Neuroprotective properties of cannabigerol in Huntington’s disease: studies in R6/2 mice and 3-nitropropionate-lesioned mice” (Νευροπροστατευτικές ιδιότητες της κανναβεριγερόλης στη νόσο του Huntington: μελέτες σε ποντικούς R6/2 και ποντίκια που έχουν υποστεί βλάβη 3-νιτροπροπιονικού) Neurotherapeutics. 2015 Jan;12(1):185-99.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25252936
Περίληψη
“Τα διαφορετικά φυτικά και συνθετικά κανναβινοειδή έχουν δείξει ότι είναι νευροπροστατευτικά σε πειραματικά μοντέλα της νόσου του Huntington (HD) μέσω εξαρτώμενων από κανναβινοειδή υποδοχέων ή/και ανεξάρτητων μηχανισμών. Εδώ, μελετήσαμε τα αποτελέσματα της κανναβιγερόλης (CBG), ενός μη-ψυχότροπου φυτοκανναβινοειδούς, σε 2 διαφορετικά in vivo μοντέλα HD. Η CBG ήταν εξαιρετικά δραστική ως νευροπροστατευτικό σε ποντίκια δηλητηριασμένα με 3-νιτροπροπιονικό (3ΝΡ), βελτιώνοντας τα κινητικά ελλείμματα και διατηρώντας τους νευρώνες του ραβδωτού σώματος ενάντια στην τοξικότητα 3ΝΡ. Επιπροσθέτως, η CBG εξασθένησε την αντιδραστική μικρογλοίωση και την ανοδική ρύθμιση των προφλεγμονωδών δεικτών που προκλήθηκαν από το 3ΝΡ και βελτίωσε τα επίπεδα αντιοξειδωτικών αμυντικών που επίσης μειώθηκαν σημαντικά με 3ΝΡ. Διερευνήσαμε επίσης τις νευροπροστατευτικές ιδιότητες του CBG σε R6/2 ποντίκια. Η θεραπεία με αυτό το φυτοκανναβινοειδές παρήγαγε πολύ χαμηλότερη, αλλά σημαντική ανάκτηση στην επιδεινούμενη απόδοση περιστροφής που ήταν τυπική για τους ποντικούς R6/2. Με τη χρήση ανάλυσης συστοιχίας HD μπορούσαμε να προσδιορίσουμε μια σειρά γονιδίων που συνδέονται με αυτή την ασθένεια (πχ., simplekin, Sin3a, Rcor1, αποακετυλάση ιστόνης 2, πρωτεΐνη 1 που συνδέεται με huntingtin, δ υπομονάδα του υποδοχέα γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος-Α (GABA-Α) και της ιπποκαλσίνης), η έκφραση των οποίων μεταβλήθηκε σε R6/2 ποντίκια, αλλά μερικώς ομαλοποιήθηκε με αγωγή με CBG. Παρατηρήσαμε επίσης μέτρια βελτίωση στην έκφραση γονιδίου για τον νευροτροφικό παράγοντα που προέρχεται από τον εγκέφαλο (BDNF), τον ινσουλινοειδή αυξητικό παράγοντα-1 (IGF-1) και τον ενεργοποιημένο από τον πολλαπλασιαστή του υπεροξειδικού υποδοχέα γ (PPARγ), ο οποίος μεταβάλλεται σε αυτά των ποντικών, καθώς και μια μικρή, αλλά σημαντική, μείωση της συσσωμάτωσης της μεταλλαγμένης huntingtin στο παρέγχυμα του ραβδωτού σώματος σε ζώα που έλαβαν θεραπεία με CBG. Συμπερασματικά, τα αποτελέσματά μας ανοίγουν νέες ερευνητικές οδούς για τη χρήση της CBG, μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλα φυτοκανναβινοειδή ή θεραπείες, για τη θεραπεία νευροεκφυλιστικών ασθενειών όπως η HD”.
* Η CBG δείχνει μεγάλη υπόσχεση ως μαχητής του καρκίνου. Συγκεκριμένα, η CBG αποδείχθηκε ότι αποκλείει υποδοχείς που προκαλούν ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων. Σε μία τέτοια μελέτη, αποδείχθηκε ότι αναστέλλει την ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων του παχέος εντέρου[11] σε ποντικούς, επιβραδύνοντας έτσι την ανάπτυξη του καρκίνου του παχέος εντέρου. Η CBG ανέστειλε όγκους και την χημικά προκαλούμενη καρκινογένεση του παχέος εντέρου, επιδεικνύοντας έτσι μια πολύ συναρπαστική δυνατότητα για θεραπεία για ορθοκολικό καρκίνο.
[11] Borrelli F, Pagano E, Romano B, Panzera S, Maiello F, Coppola D, De Petrocellis L, Buono L, Orlando P, Izzo AA “Colon carcinogenesis is inhibited by the TRPM8 antagonist cannabigerol, a Cannabis-derived non-psychotropic cannabinoid” (Η καρκινογένεση του παχέος εντέρου αναστέλλεται από τον ανταγωνιστή TRPM8 κανναβιγερόλη, ένα μη ψυχοτρόπο κανναβινοειδές που προέρχεται από την κάνναβη) Carcinogenesis. 2014 Dec;35(12):2787-97.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/25269802
Περίληψη
“Η κανναβιγερόλη (CBG) είναι ένα ασφαλές μη ψυχοτρόπο κανναβινοειδές που προέρχεται από την κάνναβη (CB), το οποίο αλληλεπιδρά με συγκεκριμένους στόχους που εμπλέκονται στην καρκινογένεση. Συγκεκριμένα, η CBG δεσμεύει δυναμικά τον παροδικό υποδοχέα (TRP) M8 (TRPM8), ενεργοποιεί τα κανάλια TRPA1, TRPV1 και TRPV2, αποκλείει τους υποδοχείς 5Α-υδροξυτρυπταμίνης 1Α (5-HT1A) και αναστέλλει την επαναπρόσληψη ενδοκανναβινοειδών. Εδώ, ερευνήσαμε κατά πόσο η CBG προστατεύει από την ογκογένεση στο κόλον. Η κυτταρική ανάπτυξη αξιολογήθηκε σε κύτταρα ορθοκολικού καρκίνου (colorectal cancer, CRC) χρησιμοποιώντας δοκιμασίες 3-(4,5-dimethylthiazole-2-yl)-2,5-diphenyl βρωμιούχου τετραζολίου και 3-amino-7-dimethylamino-2-methylphenazine υδροχλωρικού οξέος. Η απόπτωση εξετάστηκε με ιστολογία και με αξιολόγηση της δραστικότητας κασπάσης 3/7, παραγωγή αντιδραστικών ειδών οξυγόνου (ROS) από φθορίζοντα ανιχνευτή, CB υποδοχείς, TRP και CCAAT/ενισχυτή-σύνδεσης πρωτεΐνης ομόλογης πρωτεΐνης (CHOP) έκφραση αγγελιοφόρου RNA (mRNA) ποσοστώθηκαν με αλυσιδωτή αντίδραση ανάστροφης μεταγραφής-πολυμεράσης, μικρή σμίκρυνση RNA-φορέα σίγασης TRPM8 πραγματοποιήθηκε με ηλεκτροδιάτρηση. Η in vivo αντινεοπλασματική επίδραση της CBG αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας μοντέλα ποντικού καρκίνου του παχέος εντέρου. Τα κύτταρα CRC εξέφρασαν τους υποδοχείς TRPM8, CB1, CB2, 5-ΗΤ1Α, TRPA1, TRPV1 και TRPV2 mRNA. Η CBG προάγει την απόπτωση, διεγείρει την παραγωγή ROS, ρυθμίζει το αυξημένο CHOP mRNA και μειώνει την κυτταρική ανάπτυξη στα κύτταρα CRC. Η επίδραση CBG στην κυτταρική ανάπτυξη ήταν ανεξάρτητη από την ενεργοποίηση των διαύλων TRPA1, TRPV1 και TRPV2, αυξήθηκε περαιτέρω από έναν ανταγωνιστή υποδοχέα CB2 και μιμήθηκε από άλλους αναστολείς διαύλων TRPM8 αλλά όχι από ανταγωνιστή 5-ΗΤ1Α. Περαιτέρω, η επίδραση της CBG στην κυτταρική ανάπτυξη και στην έκφραση του mRNA του CHOP μειώθηκε σε κύτταρα σίγασης TRPM8. In vivo, η CBG αναστέλλει την ανάπτυξη όγκων ξενομοσχεύματος καθώς και χημικώς επαγόμενη καρκινογένεση στο κόλον. Η CBG παρεμποδίζει την εξέλιξη του καρκίνου του παχέος εντέρου in vivo και αναστέλλει επιλεκτικά την ανάπτυξη κυττάρων CRC, μια επίδραση κοινή από άλλους ανταγωνιστές TRPM8. Η CBG θα πρέπει να θεωρείται μεταφραστικά στην πρόληψη και τη θεραπεία των CRC”.
* Ευρωπαϊκή έρευνα δείχνει ότι η CBG είναι ένας αποτελεσματικός αντιβακτηριακός παράγοντας[12], ιδιαίτερα έναντι των ανθεκτικών σε μεθικιλλίνη μικροβιακών στελεχών Staphylococcus aureus (MRSA) ανθεκτικών σε διάφορες κατηγορίες φαρμάκων. Από τη δεκαετία του 1950, τα τοπικά σκευάσματα κάνναβης ήταν αποτελεσματικά σε δερματικές λοιμώξεις, αλλά οι ερευνητές εκείνη την εποχή δεν γνώριζαν τη χημική σύνθεση του φυτού.
[12] Appendino G, Gibbons S, Giana A, Pagani A, Grassi G, Stavri M, Smith E, Rahman MM “Antibacterial cannabinoids from Cannabis sativa: a structure-activity study” (Αντιβακτηριακά κανναβινοειδή από το φυτό Cannabis sativa: μελέτη δομής-δραστηριότητας) J Nat Prod. 2008 Aug;71(8):1427-30.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/18681481
Περίληψη
“Η κάνναβη (Cannabis sativa) είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι περιέχει αντιβακτηριακά κανναβινοειδή, των οποίων το δυναμικό αντιμετώπισης της αντίστασης στα αντιβιοτικά δεν έχει ακόμη διερευνηθεί. Και τα πέντε κύρια κανναβινοειδή (κανναβιδιόλη (1b), κανναβιχρωμένη (2), κανναβιγερόλη (3b), δέλτα(9)-τετραϋδροκανναβινόλη (4b) και κανναβινόλη (5)) έδειξαν ισχυρή δραστικότητα έναντι ποικιλίας ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus (MRSA) στελεχών της τρέχουσας κλινικής σημασίας. Η δραστικότητα ήταν αξιοσημείωτα ανεκτική στη φύση του τμήματος πρενυλίου, στη σχετική του θέση σε σύγκριση με την η-πεντυλική χαρακτηριστική ομάδα (ανώμαλα κανναβινοειδή) και στην καρβοξυλίωση του τμήματος ρεζορκινυλίου (προ-κανναβινοειδή). Αντιστρόφως, η μεθυλίωση και ακετυλίωση των φαινολικών υδροξυλίων, η εστεροποίηση της καρβοξυλικής ομάδας των προ-κανναβινοειδών και η εισαγωγή ενός δεύτερου προνυλικού τμήματος ήταν όλες επιζήμιες για την αντιβακτηριακή δράση. Συνολικά, αυτές οι παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι το προνύλιο τμήμα των κανναβινοειδών χρησιμεύει κυρίως ως ρυθμιστής της συγγένειας των λιπιδίων για τον ολιβετολικό πυρήνα, ένα καθαρά ενεργό αντιβακτηριακό φαρμακοφόρο, ενώ η υψηλή δραστικότητα τους υποδηλώνει σίγουρα έναν ειδικό αλλά ταυτόχρονα αδύνατο μηχανισμό δράσης”.
* Σε μια πολύ πρόσφατη μελέτη του 2017, οι ερευνητές έδειξαν ότι μια μορφή CBG καθαρισμένου για την απομάκρυνση της Δέλτα-9 THC ήταν ένα πολύ αποτελεσματικό διεγερτικό της όρεξης σε αρουραίους. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα μη ψυχοτροπική θεραπευτική επιλογή για καχεξία[13], απώλεια μυών και σοβαρή απώλεια βάρους που παρατηρείται στον καρκίνο του τελευταίου σταδίου και σε άλλες ασθένειες.
[13] (ό.π.) “Beneficial effect of the non-psychotropic plant cannabinoid cannabigerol on experimental inflammatory bowel disease” (Ευεργετική επίδραση του μη ψυχοτρόπου φυτοκανναβινοειδούς, της κανναβιγερόλης, στην πειραματική φλεγμονώδη νόσο του εντέρου)
* Σε μια μελέτη που εξέτασε τις επιπτώσεις πέντε διαφορετικών κανναβινοειδών στις συστολές της ουροδόχου κύστης[14], η δοκιμασία της CBG ήταν καλύτερη στην αναστολή των μυϊκών συσπάσεων, οπότε μπορεί να είναι ένα μελλοντικό εργαλείο για την πρόληψη διαταραχών δυσλειτουργίας της ουροδόχου κύστης.
[14] Pagano E, Montanaro V, Di Girolamo A, Pistone A, Altieri V, Zjawiony JK, Izzo AA, Capasso R “Effect of Non-psychotropic Plant-derived Cannabinoids on Bladder Contractility: Focus on Cannabigerol” (Επίδραση των μη ψυχοτρόπων φυτικών προερχόμενων κανναβινοειδών στην συσταλτικότητα της ουροδόχου κύστης: Εστίαση στην κανναβιγερόλη) Nat Prod Commun. 2015 Jun;10(6):1009-12.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/26197538
Περίληψη
“Υπάρχουν ανεκδοτικές (μη δημοσιευμένες) αναφορές ότι ορισμένα σκευάσματα κάνναβης μπορεί να είναι χρήσιμα για δυσλειτουργίες της ουροδόχου κύστης. Εδώ, ερευνήσαμε την επίδραση ορισμένων μη ψυχοτρόπων φυτοκανναβινοειδών, δηλαδή κανναβιδιόλης (CBD), κανναβιγερόλης (CBG), κανναβιδιβαρίνης (CBDV), Δ9-τετραϋδροκανναβιβαρίνης (THCV) και κανναβιχρωμένης (CBC) σε συσταλτικότητα της ουροδόχου κύστης in vitro. Οι CBG, THCV, CBD και CBDV, αλλά όχι η CBC, σε συγκέντρωση που κυμαίνεται από 10(-8) M έως 10(-4) M, μείωσαν (με παρόμοια ισχύ), τις συστολές που επάγονται από την ακετυλοχολίνη χωρίς σημαντική τροποποίηση των συστολών που προκαλούνται από ηλεκτρική διέγερση. Η τάξη της αποτελεσματικότητας ήταν CBG = THCV > CBD > CBDV. Σε βάθος μελέτες για την CBG έδειξαν ότι η επίδραση αυτού του φυτοκανναβινοειδούς στις προκαλούμενες από ακετυλοχολίνη συστολές δεν επηρεάστηκε από τους ανταγωνιστές των υποδοχέων CB1 ή CB2. Επιπλέον, η CBG μείωσε επίσης τις επαγόμενες από την ακετυλοχολίνη συστολές στην ανθρώπινη ουροδόχο κύστη”.

Οι επιστήμονες είναι ενθουσιασμένοι με αυτά τα αρχικά αποτελέσματα της CBG και προωθούν τη μελλοντική έρευνα μόνο με την CBG ή της CBG σε συνδυασμό με άλλα κανναβινοειδή και θεραπείες για τη θεραπεία πολλαπλών ασθενειών. Επειδή δεν είναι ψυχοτρόπος, η CBG έχει ένα πολλά υποσχόμενο ευρύ φάσμα πιθανών εφαρμογών όχι μόνο για τα προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά και ως αναλγητικό, ως θεραπεία για την ψωρίαση και ως αντικαταθλιπτικό.

Κατανόηση των κανναβινοειδών: Η κανναβιγερόλη, CBG

(Αναδημοσίευση μετάφραση από: Elixinol, “Understanding Cannabinoids: CBG Cannabigerol” https://elixinol.com/blog/cbg-cannabigerol/, By Kevin Treman https://elixinol.com/blog/author/ktreman/, June 15, 2016)

Υπάρχουν πολλά άλλα κανναβινοειδή, όπως η κανναβιγερόλη (CBG), η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως “ομάδα” με την κανναβιδιόλη (CBD) για να παράγει τα καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί τα εκχυλίσματα ολικής κάνναβης έχει αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα, όπως μια αυξημένη αντιφλεγμονώδη δράση, από ότι η CBD μόνη της.
[1] “Cannabidiol (CBD) Frequently Asked Questions” (Cannabidiol (CBD) Συχνές Ερωτήσεις) https://elixinol.com/?p=8205

Η CBG είναι αντιφλεγμονώδης
Στην πραγματικότητα, η κανναβιγερόλη έχει βρεθεί ότι είναι ένα άλλο κανναβινοειδές με τα δικά του αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα, σε μοντέλο ποντικού φλεγμονώδους νόσου του εντέρου. Σε αυτή τη μελέτη, η CBG βρέθηκε ότι ομαλοποιεί μια σειρά φλεγμονωδών δεικτών, μειώνει τις οξειδωτικές βλάβες που προκαλούν τις ελεύθερες ρίζες και αυξάνει τα επίπεδα ενός από τα ίδια τα αντιοξειδωτικά του σώματος, τη δισμουτάση υπεροξειδίου. Οι ελεύθερες ρίζες μπορούν να καταστρέψουν οποιοδήποτε συστατικό των ιστών του σώματος, από τις πρωτεΐνες του συνδετικού ιστού έως το DNA, το οποίο μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη φλεγμονή, καθώς η φλεγμονή είναι η απάντηση του οργανισμού σε βλάβες.

Η χορήγηση CBG ανέστειλε επίσης μια αύξηση στην αναλογία μεταξύ του πλάτους του κόλον και του μήκους, τόσο ως προληπτική (πριν από την πρόκληση τραυματισμού) όσο και ως θεραπευτική (μετά από τραυματισμό) θεραπεία. Αυτό είναι ένα σημάδι φλεγμονώδους βλάβης, καθώς η φλεγμονή οδηγεί σε διόγκωση του προσβεβλημένου ιστού, αυξάνοντας έτσι το πλάτος. Μία δόση των 30 mg/kg ήταν ικανή να μειώσει τα σημάδια της παθήσεως στο κόλον, με την αναγέννηση των αδένων και την κατεστραμμένη περιοχή πιο επιφανειακή. Με την πάροδο του χρόνου, η φλεγμονή μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη ιστού που οδηγεί σε απώλεια της λειτουργίας. Αυτό υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι ο τραυματισμένος ιστός του παχέος εντέρου που παρέμεινε χωρίς θεραπεία έδειξε σημάδια νέκρωσης. Ως “νέκρωση” νοείται ο θάνατος των ιστών, ο οποίος μπορεί να παρουσιάσει σοβαρό κίνδυνο για τον ασθενή. Η γάγγραινα που παρατηρείται πολύ συχνά σε διαβητικούς ασθενείς με τραυματισμούς που δεν έχουν υποστεί αγωγή είναι μια μορφή νέκρωσης. Αυτό απαιτεί ακρωτηριασμό λόγω των τελικά θανατηφόρων επιπτώσεων εάν δεν αντιμετωπιστεί. Η κυτταρική διαίρεση σε απόκριση της βλάβης επίσης μειώθηκε σημαντικά στη δόση των 30 mg/kg και η αύξηση της εντερικής διαπερατότητας αναστέλλεται πλήρως. Η διαπερατότητα του εντέρου μειώνει την πεπτική ικανότητα και επιτρέπει να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος αδιάλυτα σωματίδια τροφίμων, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν περαιτέρω φλεγμονώδη βλάβη εάν το ανοσοποιητικό σύστημα αντιδράσει σε αυτό.

Οι αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό της κανναβιγερόλης
Παλαιότερες έρευνες υποδηλώνουν ότι η CBG μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση των επιπέδων ενός νευροδιαβιβαστή γνωστού ως GABA, ο οποίος είναι ένας “ανασταλτικός” νευροδιαβιβαστής που μπορεί να έχει μυοχαλαρωτικά αποτελέσματα. Το γνωστό φάρμακο κατά του άγχους Valium λειτουργεί πραγματικά με την αύξηση των επιπέδων GABA, πράγμα που σημαίνει ότι η CBG θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναφερόμενη αντιαγχωτική επίδραση της κάνναβης. Επιπροσθέτως, η CBG έχει αποδειχθεί ότι υποστηρίζει τη δραστηριότητα ενός υποδοχέα που εμπλέκεται στην αναλγητική ανακούφιση του πόνου, έναν τύπο ανακούφισης του πόνου που δεν έχει ως αποτέλεσμα την καταστολή.

Η CBG είναι επίσης σε θέση να διατηρήσει τα επίπεδα των ιδίων κανναβινοειδών του σώματος, πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορούσε να προσφέρει υποστηρικτικό ρόλο σε πολλά, εάν όχι σε όλα τα πιθανά οφέλη για την υγεία από το εκχύλισμα κάνναβης. Συνολικά, η CBG είναι ένα άλλο κανναβινοειδές με μια σειρά πιθανών θεραπευτικών εφαρμογών, που δεν πρέπει να αγνοηθούν υπέρ της αποκλειστικής επικράτησης της CBD.
[2] “List of Hemp Cannabinoids & Terpenes” (Κατάλογος κανναβινοειδών και τερπενίων της κλωστικής κάνναβης) https://elixinol.com/…/list-of-hemp-cannabinoids-their-ori…/

Βιβλιογραφικές αναφορές
* Ethan B Russo “Taming THC: potential cannabis synergy and phytocannabinoid-terpenoid entourage effects” (Δαμάζοντας την THC: πιθανή συνέργεια στην κάνναβη και συνδυαστική επίδραση φυτοκαναναβινοειδούς-τερπενοειδούς) Br J Pharmacol. 2011 Aug; 163(7): 1344–1364.
http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3165946/
Περίληψη
“Η τετραϋδροκανναβινόλη (THC) είναι το επίκεντρο της έρευνας για την κάνναβη από το 1964, όταν ο Raphael Mechoulam την απομόνωσε και την συνέθεσε. Πιο πρόσφατα, οι συνεργατικές συνεισφορές της κανναβιδιόλης στη φαρμακολογία της κάνναβης και στην αναλγησία έχουν αποδειχθεί επιστημονικά. Άλλα φυτοκανναβινοειδή, όπως η τετραϋδροκανναβιβαρίνη, η κανναβιγερόλη και το κανναβιχρωμένιο, επιδεικνύουν επιπρόσθετα αποτελέσματα θεραπευτικού ενδιαφέροντος. Η καινοτόμος συμβατική αναπαραγωγή φυτών έχει δώσει χημειοτύπους κάνναβης που εκφράζουν υψηλούς τίτλους κάθε συστατικού για μελλοντική μελέτη. Αυτή η ανασκόπηση θα διερευνήσει και ένα άλλο κλιμάκιο φυτοθεραπευτικών παραγόντων, τα τερπενοειδή της κάνναβης: λιμονένιο, μυρσένιο, α-πινένιο, λιναλοόλη, β-καρυοφυλλένιο, καρυοφυλλενικό οξύ, νεροδιόλη και φυτόλη. Τα τερπενοειδή μοιράζονται έναν πρόδρομο με φυτοκανναβινοειδή και είναι όλα τα συστατικά γεύσης και αρώματος κοινά για τις ανθρώπινες δίαιτες που έχουν χαρακτηριστεί γενικά αναγνωρισμένα ως ασφαλή από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων και άλλους ρυθμιστικούς οργανισμούς. Τα τερπενοειδή είναι αρκετά ισχυρά και επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ζώων και ακόμη και την ανθρώπινη όταν εισπνέονται από τον αέρα του περιβάλλοντος σε επίπεδα ορού στους μονοψήφιους ng · mL-1. Εμφανίζουν μοναδικά θεραπευτικά αποτελέσματα που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στις συνέπειες των κλινικών εκχυλισμάτων με βάση την κάνναβη. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ φυτοκανναβινοειδών και τερπενοειδών που θα μπορούσαν να παράγουν συνέργεια σε σχέση με τη θεραπεία του πόνου, της φλεγμονής, της κατάθλιψης, του άγχους, του εθισμού, της επιληψίας, του καρκίνου, των μυκητιακών και βακτηριακών λοιμώξεων (συμπεριλαμβανομένου του Staphylococcus aureus ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη). Επιστημονικές ενδείξεις παρουσιάζονται για τα μη κανναβινοειδή φυτικά συστατικά ως πιθανά αντίδοτα ως προς τοξικές επιδράσεις της THC που θα μπορούσαν να αυξήσουν το θεραπευτικό της δείκτη. Θα προταθούν μέθοδοι για τη διερεύνηση των επιδράσεων του περιβάλλοντος σε μελλοντικά πειράματα. Η συνεργία φυτοκανναβινοειδούς-τερπενοειδούς, αν αποδειχθεί, αυξάνει την πιθανότητα ότι ένας εκτεταμένος αγωγός νέων θεραπευτικών προϊόντων είναι εφικτός από αυτό το σεβάσμιο φυτό”.

* Gallily R, Yekhtin Z, Hanuš L “Overcoming the Bell-Shaped Dose-Response of Cannabidiol by Using Cannabis Extract Enriched in Cannabidiol” (Ξεπερνώντας την καμπυλοειδή απόκριση δόσης της κανναβιδιόλης με τη χρήση εκχυλισμάτων κάνναβης εμπλουτισμένα με κανναβιδιόλη) Pharmacology & Pharmacy, 6, 75-85.
http://www.scirp.org/journal/PaperInformation.aspx…
Περίληψη
“Η κανναβιδιόλη (CBD), ένα σημαντικό συστατικό της κάνναβης, έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα ισχυρό αντιφλεγμονώδες και αντι-αγχωτικό φάρμακο, χωρίς να ασκεί ψυχοτρόπο αποτέλεσμα. Ωστόσο, όταν χορηγήθηκε είτε ενδοπεριτοναϊκά είτε από του στόματος ως καθαρισμένο προϊόν, παρατηρήθηκε μια δόση-απόκριση σχήματος καμπάνας, η οποία περιορίζει την κλινική χρήση της. Στην παρούσα μελέτη, μελετήσαμε σε ποντίκια τις αντιφλεγμονώδεις και αναλγητικές δραστηριότητες τυποποιημένων φυτικών εκχυλισμάτων που προέρχονται από το φυτό Cannabis sativa L., τον κλώνο 202, ο οποίος είναι εξαιρετικά εμπλουτισμένος σε CBD και δεν περιέχει σχεδόν καθόλου ψυχοδραστικά συστατικά. Σε απόλυτη αντίθεση με το καθαρισμένο CBD, το εκχύλισμα κλώνου 202, όταν χορηγήθηκε είτε ενδοπεριτοναϊκά είτε από το στόμα, έδωσε σαφή συσχέτιση μεταξύ των αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών αποκρίσεων και της δόσης, με αυξανόμενες αποκρίσεις σε αυξανόμενες δόσεις, για κλινικές χρήσεις. Το εκχύλισμα κλώνου 202 μείωσε τη διόγκωση και τον πόνο που προκαλείται από ζυμοζάνη στα ποντίκια και εμπόδισε την παραγωγή του TNFa in vivo. Είναι πιθανό ότι άλλα συστατικά του εκχυλίσματος συνεργάζονται με την CBD για να επιτύχουν την επιθυμητή αντιφλεγμονώδη δράση που μπορεί να συμβάλει στην υπερνίκηση της δόσης-απόκρισης σχήματος καμπάνας της καθαρισμένης CBD. Συνεπώς, προτείνουμε ότι το εκχύλισμα κλώνου κάνναβης 202 (Avidekel) είναι ανώτερο από την CBD για τη θεραπεία φλεγμονωδών καταστάσεων”.

* (ό.π.) “Beneficial effect of the non-psychotropic plant cannabinoid cannabigerol on experimental inflammatory bowel disease” (Ευεργετική επίδραση του μη ψυχοτρόπου φυτοκανναβινοειδούς, της κανναβιγερόλης, στην πειραματική φλεγμονώδη νόσο του εντέρου).

* Tortora, GJ & Derrickson, Β, 2012, “Principles of Anatomy & Physiology” (Αρχές ανατομίας & φυσιολογίας), 13η έκδ., Wiley.

* Banerjee SP, Snyder SH, Mechoulam R “Cannabinoids: influence on neurotransmitter uptake in rat brain synaptosomes” (Κανναβινοειδή: επίδραση στην πρόσληψη νευροδιαβιβαστών σε συναπτοσώματα εγκεφάλου αρουραίου) J Pharmacol Exp Ther. 1975 Jul;194(1):74-81.
http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/168349
Περίληψη
“Έχουμε εξετάσει την επίδραση της δέλτα1-τετραϋδροκανναβινόλης (δέλτα1-THC) και 12 από τα παράγωγά της στην πρόσληψη της σηματοδοτημένης με 3Η νορεπινεφρίνη (ΝΕ), ντοπαμίνη (DA), σεροτονίνη (5-ΗΤ), γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA) συναπτοσωμάτων σε ομογενοποιήματα διαφόρων περιοχών του εγκεφάλου αρουραίου. Το δέλτα1-THC αναστέλλει τη συσσώρευση ΝΕ και 5-ΗΤ σε υποθαλαμικά παρασκευάσματα και ΝΑ στο ραβδωτό σώμα με τιμές Κi περίπου 12 έως 25 μΜ, ενώ η πρόσληψη GABA σε παρασκευάσματα εγκεφαλικού φλοιού αναστέλλεται λιγότερο (Κi = 140 μΜ). Οι συγγένειες των δέλτα6-THC, 7-υδροξυ-δέλτα1-THC, 7-υδροξυ-δέλτα6-THC και κανναβιδιόλης για μεταφορές 5-ΗΤ, ΝΕ και GABA είναι παρόμοιες με τις τιμές για δέλτα1-THC, ενώ κανναβιγερόλη, κανναβινόλη και δέλτα6-THC-7-οϊκό οξύ έχουν σημαντικά μικρότερη συγγένεια. Έτσι, η υδροξυλίωση του C-7 στη δέλτα6-THC δεν μεταβάλλει την ανασταλτική ισχύ, αλλά η οξείδωση του σε οξύ και η αρωματοποίηση του δακτυλίου Α μειώνουν σημαντικά τη συγγένεια. Το υδροξύλιο στο C-3(1) του δακτυλίου C είναι κρίσιμο για την αναστολή της πρόσληψης ΝΕ, 5-ΗΤ και GABA, εφόσον η ακετυλίωση ή η μεθυλίωση καταργεί τη δραστικότητα. Η αναστολή της πρόσληψης ΝΕ, DA, 5-ΗΤ και GABA από όλα τα εξεταζόμενα κανναβινοειδή είναι μη ανταγωνιστική. Μόνο περίπου το 1% δέλτα1-THC και δέλτα6-THC και 5% της κανναβιδιόλης είναι πλήρως διαλυτά υπό τις πειραματικές συνθήκες”.

* Formukong EA, Evans AT, Evans FJ “Analgesic and antiinflammatory activity of constituents of Cannabis sativa L.” (Αναλγητική και αντιφλεγμονώδης δράση των συστατικών του φυτού Cannabis sativa L.) Inflammation. 1988 Aug;12(4):361-71.
http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/3169967
Περίληψη
“Δύο εκχυλίσματα του βοτάνου Cannabis sativa, το ένα από τα οποία είναι απαλλαγμένα κανναβινοειδών (αιθανόλη) και το άλλο που περιέχει τα κανναβινοειδή (πετρέλαιο), έδειξαν ότι αναστέλλουν την επαγόμενη από PBQ συστροφής σε ποντίκι όταν χορηγούνται από το στόμα και επίσης ανταγωνίζονται τον ερύθημα που προκαλείται από οξική τετραδεκανοϋλοφορβόλη (TPA) του δέρματος του ποντικιού όταν εφαρμόζεται τοπικά. Με την εξαίρεση της κανναβινόλης (CBN) και της δέλτα1-τετραϋδροκανναβινόλης (δέλτα1-THC), τα κανναβινοειδή και η ολιβέλη (ο βιοσυνθετικός τους πρόδρομος) έδειξαν δραστικότητα στη δοκιμή PBQ που επέδειξε τη μέγιστη επίδρασή τους σε δόσεις περίπου 100 mg/kg. H δέλτα1-THC κατέστη μέγιστα αποτελεσματική σε δόσεις των 10 mg/kg. Αυτή η υψηλότερη δόση αντιστοιχούσε σε εκείνη που προκάλεσε την καταληψία και είναι ενδεικτική μιας κεντρικής δράσης. Η CNB απέδειξε μικρή δραστηριότητα και ακόμη και σε δόσεις που ξεπερνούσαν τα 10 mg/kg, θα μπορούσε να προκαλέσει μόνο 40% αναστολή της προκαλούμενης από PBQ συστροφής. Η κανναβιδιόλη (CBD) ήταν το πιο αποτελεσματικό από τα κανναβινοειδή σε δόσεις των 100 mg/kg. Οι δόσεις κανναβινοειδών που ήταν αποτελεσματικές στην αναλγητική δοκιμασία από το στόμα χρησιμοποιήθηκαν τοπικά για να ανταγωνίζονται το προκαλούμενο από ΤΡΑ ερύθημα του δέρματος. Το γεγονός ότι τα δέλτα1-THC και CBN ήταν τα λιγότερο αποτελεσματικά σε αυτή τη δοκιμασία υποδεικνύει δομική σχέση μεταξύ αναλγητικής δραστικότητας και αντιφλεγμονώδους δραστηριότητας μεταξύ των κανναβινοειδών που σχετίζονται με τις περιφερειακές τους δράσεις και ξεχωριστά από τις κεντρικές επιδράσεις της δέλτα1-THC”.

* De Petrocellis L, Ligresti A, Moriello AS, Allarà M, Bisogno T, Petrosino S, Stott CG, Di Marzo V “Effects of cannabinoids and cannabinoid-enriched Cannabis extracts on TRP channels and endocannabinoid metabolic enzymes” (Επιδράσεις κανναβινοειδών και εμπλουτισμένων με κανναβινοειδή εκχυλισμάτων κάνναβης σε κανάλια TRP και μεταβολικά ένζυμα ενδοκανναβινοειδών) Br J Pharmacol. 2011 Aug;163(7):1479-94.
http://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/21175579
Περίληψη
“ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ: Η κανναβιδιόλη (CBD) και η Δ(9)-τετραϋδροκανναβινόλη (THC) αλληλεπιδρούν με τα κανάλια παροδικού δυναμικού υποδοχέα (TRP) και τα ένζυμα του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος.
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: Οι επιδράσεις 11 καθαρών κανναβινοειδών και βοτανικών εκχυλισμάτων (BDS) από ποικιλίες κάνναβης που επιλέγονται ώστε να περιέχουν ένα περισσότερο άφθονο κανναβινοειδές, σε TRPV1, TRPV2, TRPM8, TRPA1, ανθρώπινη ανασυνδυασμένη λιπάση διακυλογλυκερόλης α (DAGLα), υδρολάση αμιδίου λιπαρού οξέος (FAAH) εγκεφάλου αρουραίου, λιπάση μονοακυλογλυκερόλης κυττάρων COS (MAGL), υδρολάση ανθρώπινης αναγωγικής αμίδης Ν-ακυλενολαμίνης (NAAA) και κυτταρική πρόσληψη ανανδαμιδίου (ACU) από κύτταρα RBL-2H3, με τη χρήση προσδιορισμών ασβεστίου με βάση φθορισμό σε επιμολυσμένα κύτταρα και ραδιοεπισημασμένες ενζυματικές δοκιμασίες που βασίζονται σε υπόστρωμα. Δοκιμάσθηκαν επίσης, η κανναβινόλη (CBN), η κανναβιχρωμένη (CBC), τα οξέα (CBDA, CBGA, THCA) και τα ομόλογα προπυλίου (CBDV, CBGV, THCV) της CBD, η κανναβιγερόλη (CBG) και η THC και το τετραϋδροκανναβιβαρινικό οξύ (THCVA).
ΒΑΣΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: CBD, CBG, CBGV και THCV διεγείρουν και απευαισθητοποιούν τον ανθρώπινο TRPV1. CBC, CBD και CBN ήταν ισχυροί αγωνιστές και δέκτες ευαισθητοποίησης TRPA1 αρουραίου, αλλά η THCV-BDS ήταν η πιο ισχυρή ένωση σε αυτόν τον στόχο. Τα CBG-BDS και THCV-BDS ήταν οι πιο ισχυροί ανταγωνιστές TRPM8 αρουραίου. Όλα τα μη όξινα κανναβινοειδή, εκτός από τα CBC και CBN, ενεργοποίησαν και αποαισθητοποίησαν TRPV2 αρουραίου. Το CBDV και όλα τα οξέα ανέστειλαν το DAGLα. Κάποια BDS, αλλά όχι οι καθαρές ενώσεις, ανέστειλαν το MAGL. Η CBD ήταν η μόνη ένωση για την αναστολή της FAAH, ενώ η BDS της CBC > CBG > CBGV ανέστειλε το NAAA. CBC = CBG > CBD ανέστειλε ACU, όπως και το BDS των THCVA, CBGV, CBDA και THCA, αλλά τα τελευταία εκχυλίσματα ήταν πιο ισχυροί αναστολείς.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ: Αυτά τα αποτελέσματα είναι συναφή με τα αναλγητικά, αντιφλεγμονώδη και αντικαρκινικά αποτελέσματα των κανναβινοειδών και των εκχυλισμάτων κάνναβης”.

ΜΕΛΕΤΕΣ

* Oier Aizpurua-Olaizola, Umut Soydaner, Ekin Öztürk, Daniele Schibano, Yilmaz Simsir, Patricia Navarro, Nestor Etxebarria, Aresatz Usobiaga “Evolution of the Cannabinoid and Terpene Content during the Growth of Cannabis sativa Plants from Different Chemotypes” (Εξέλιξη του περιεχομένου κανναβινοειδών και τερπενίων κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης φυτών κάνναβης sativa από διαφορετικoύς χημειότυπους) J. Nat. Prod. 2016;79(2):324–331.
https://pubs.acs.org/doi/10.1021/acs.jnatprod.5b00949
….
Η συνέχεια του άρθρου στο αρχείο:
CBG-Κανναβιγερόλη.pdf
https://www.facebook.com/download/preview/172709310106391

 

Αφήστε μια απάντηση