Radmila Pavlovic[1][2], Giorgio Nenna[3], Lorenzo Calvi[2], Sara Panseri[4][*], Gigliola Borgonovo[5], Luca Giupponi[1][2], Giuseppe Cannazza[6], Annamaria Giorgi[1][2]
“Quality Traits of ‘Cannabidiol Oils’: Cannabinoids Content, Terpene Fingerprint and Oxidation Stability of European Commercially Available Preparations” (Ποιοτικά Χαρακτηριστικά των ‘Ελαίων Κανναβιδιόλης’: Περιεκτικότητα σε Κανναβινοειδή, Τερπένιο Δακτυλικό Αποτύπωμα και Σταθερότητα Οξείδωσης των Ευρωπαϊκών Εμπορικών Παρασκευασμάτων”
[1] CRC-Ge.S.Di.Mont.-Centre for Applied Studies in the Sustainable Management and Protection of the Mountain Environment, CRC-Ge.S.Di.Mont.-Università degli Studi di Milano, Via Morino 8, Edolo, 25048 Brescia, Italy; radmila.pavlovic1@unimi.it (R.P.); Luca.giupponi@unimi.it (L.P.);
anna.giorgi@unimi.it (A.G.)
[2] Department of Agricultural and Environmental Sciences-Production, Landscape, Agroenergy, Università degli Studi di Milano, Via Celoria 2, 20133 Milan, Italy; lorenzocalvi@yahoo.it
[3] UPFARM-UTIFAR-The Professional Union of Pharmacists for Orphan Medicines; Piazza Duca d’Aosta, 14, 20124 Milan, Italy; giorgio@farmacianenna.it
[4] Department of Health, Animal Science and Food Safety, Università degli Studi di Milano, Via Celoria 10, 20133 Milan, Italy
[5] Dipartimento di Scienze per gli Alimenti, la Nutrizione e l’Ambiente, Università degli Studi di Milano, Via Celoria 2, 20133 Milan, Italy; gigliola.borgonovo@unimi.it
[6] Dipartimento di Scienze della Vita, Università di Modena e Reggio Emilia, Via Campi 103, 41121 Modena, Italy; giuseppe.cannazza@unimore.it
[*] Correspondence: sara.panseri@unimi.it; Tel.: +39-02-5031-7931
Received: 21 April 2018; Accepted: 15 May 2018; Published: 20 May 2018
Molecules. 2018 May; 23(5): 1230.
https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC6100014/

Περίληψη
“Τα παρασκευάσματα ελαίου με βάση την κανναβιδιόλη (cannabidiol, CBD) γίνονται εξαιρετικά δημοφιλή, καθώς έχει αποδειχθεί ότι η CBD έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην ανθρώπινη υγεία. Τα παρασκευάσματα ελαίου βασισμένα στην CBD δεν ρυθμίζονται αναμφισβήτητα από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, καθώς η CBD δεν θεωρείται ελεγχόμενη ουσία. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να παράγουν και να διανέμουν προϊόντα CBD που προέρχονται από μη ψυχοδραστικές ποικιλίες κλωστικής κάνναβης, παρέχοντας εύκολη πρόσβαση σε αυτό το εξαιρετικά πλεονεκτικό κανναβινοειδές. Αυτό αφήνει στους καταναλωτές χωρίς καμία νομική εγγύηση ποιότητας. Ο στόχος αυτής εδώ της εργασίας ήταν να αξιολογήσει την ποιότητα 14 ελαίων CBD που διατίθενται στο εμπόριο στις ευρωπαϊκές χώρες. Μια εις βάθος χημική ανάλυση και προσδιορισμός των κανναβινοειδών, των τερπενίων και των προϊόντων οξείδωσης διενεργήθηκε με μέσα όπως GC-MS (Gas Chromatography Mass Spectrometer) και HPLC-Q-Exactive-Orbitrap-MS (Q Exactive Hybrid Quadrupole-Orbitrap Mass Spectrometer) με σκοπό τη βελτίωση της γνώσης σχετικά με τα χαρακτηριστικά των ελαίων CBD. Εννέα από τα 14 δείγματα που μελετήθηκαν είχαν συγκεντρώσεις που διέφεραν σημαντικά από τη δηλωμένη ποσότητα / περιεκτικότητα, ενώ τα υπόλοιπα πέντε διατηρούσαν την περιεκτικότητα CBD εντός των βέλτιστων ορίων. Τα αποτελέσματα μας υπογράμμισαν μια ευρεία μεταβλητότητα στο προφίλ των κανναβινοειδών που δικαιολογεί την ανάγκη για αυστηρούς και τυποποιημένους κανονισμούς. Επιπλέον, το προφίλ των τερπενίων μπορεί να χρησιμεύσει ως δείκτης της ποιότητας των ποικιλιών κλωστικής κάνναβης, ενώ το προφίλ των προϊόντων οξείδωσης λιπιδίων θα μπορούσε να συμβάλει στην αξιολόγηση της σταθερότητας του ελαίου που χρησιμοποιείται ως περιβάλλον (βάση αραίωσης) για τα πλούσια σε CBD εκχυλίσματα.”

Λέξεις-κλειδιά: cannabidiol; CBD oil; terpenes; hemp seed oil; GC-MS; HPLC-Q-Exactive-Orbitrap-MS (κανναδιόλη, έλαιο CBD, τερπένια, σπορέλαιο κλωστικής κάνναβης, GC-MS, HPLC-Q-Exact-Orbitrap-MS, αντίστοιχα)

  1. Εισαγωγή
    Η κανναβιδιόλη (CBD) και η τετραϋδροκανναβινόλη (tetrahydrocannabinol, THC) είναι τα πιο κοινά κανναβινοειδή σε παρασκευάσματα κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς(1). Αυτά τα δύο είναι υπεύθυνα για μια ποικιλία φαρμακολογικών δράσεων που μπορούν να έχουν αξιόλογες εφαρμογές, αλλά σε αντίθεση με την THC, η CBD δεν έχει ψυχοδραστικές επιδράσεις(1). Αρκετές μελέτες υποδεικνύουν ότι η CBD μπορεί να είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της επιληψίας και άλλων νευροψυχιατρικών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένου του άγχους και της σχιζοφρένειας(2,3,4). Η CBD μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματική στη θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες και μπορεί να έχει αγχολυτικές, αντιψυχωτικές, αντιεμετικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες(5,6,7). Αυτή η πληθώρα φαρμακολογικών δραστηριοτήτων οδήγησε σε ταχείες αλλαγές στις πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές νομικές απόψεις όσον αφορά τη χρήση παρασκευασμάτων με βάση την κάνναβη(8). Παρόλο που εξακολουθεί να υπάρχει ένα περίπλοκο νομικό περιβάλλον που απαιτεί προσοχή, είναι αναμφισβήτητο ότι υπάρχει ένα τεράστιο ενδιαφέρον από τους καταναλωτές / ασθενείς για τη χρήση των συμπληρωμάτων διατροφής με CBD. Αυτό έχει δημιουργήσει μια εκρηκτική βιομηχανία προϊόντων με CBD στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Τα “εμπλουτισμένα έλαια με CBD”, που λαμβάνονται από την εκχύλιση διαφορετικών χημειοτύπων Cannabis sativa L. με υψηλή περιεκτικότητα σε CBD, είναι τα πιο δημοφιλή προϊόντα που χρησιμοποιούνται(9,10,11,12).

Δεδομένου ότι η CBD, σε αντίθεση με την THC, δεν είναι ελεγχόμενη ουσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση(13), πολλές εταιρείες παράγουν και διανέμουν προϊόντα με βάση την CBD που προέρχονται από ταξιανθίες βιομηχανικών ποικιλιών κάνναβης (hemp / κλωστική κάνναβη). Ωστόσο, λόγω της έλλειψης ειδικών κανονισμών, δεν απαιτούνται αναλυτικοί έλεγχοι για τα προϊόντα με βάση την CBD, αφήνοντας στους καταναλωτές χωρίς καμία νομική προστασία ή εγγυήσεις σχετικά με τη σύνθεση και την ποιότητα του προϊόντος που αποκτούν. Επί του παρόντος, τα προϊόντα με βάση την CBD δεν υπόκεινται σε καμία υποχρεωτική δοκιμή ή βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τον καθορισμό της περιοχής ένδειξης, της ημερήσιας δόσης, της οδού χορήγησης, της μέγιστης συνιστώμενης ημερήσιας δόσης, της συσκευασίας, της διάρκειας ζωής (ημερομηνία λήξης) και της σταθερότητας. Εξαιρέσεις είναι τα γαληνικά “έλαια CBD” που παρασκευάζονται από φαρμακοποιούς σύμφωνα με ιατρικές συνταγές σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ολλανδία. Ο Γερμανικός Κώδικας Φαρμάκων (German Drug Codex, DAC)[*], ο οποίος δημοσιεύεται από την Γερμανική Ομοσπονδιακή Ένωση Φαρμακευτικών Συνδέσμων (Federal Union of German Associations of Pharmacists, ABDA) και λειτουργεί ως συμπληρωματικό βιβλίο της Φαρμακοποιίας, υποδεικνύει την παρασκευή 5% CBD σε τριγλυκερίδια μέσης αλυσίδας (MCT Oil), υποδεικνύοντας επίσης λεπτομερείς αναλυτικούς ελέγχους των γαληνικών παρασκευασμάτων(14).
[*] “German Drug Codex, DAC” http://www.koop-phyto.org/en/medicinal-plants/index.php

Στην Ιταλία, η ιατρική χρήση της κάνναβης αντιπροσωπεύει μια πολύπλευρη πραγματικότητα(9,10,11,12). Επί του παρόντος μπορούν να συνταγογραφηθούν οι ολλανδικές ποικιλίες Bedrocan (Bedrocan, Bediol, Bedica και Bedrolite ως αναφορές)(15) και το νέο στέλεχος FM2 που παράγεται από τη Military Pharmaceutical Chemical Works της Φλωρεντίας της Ιταλίας (που εγκρίθηκε τον Νοέμβριο του 2015 με υπουργικό διάταγμα) για ένα ευρύ φάσμα παθολογικών καταστάσεων(16). Πράγματι. Τα γαληνικά φαρμακεία της Ιταλίας εξουσιοδοτούνται να προετοιμάζουν ακριβείς δόσεις κάνναβης για εξαέρωση/εξάχνωση, φυτικά τσάγια, ρητίνες, μικρονισμένες κάψουλες και έλαια. Το παρασκεύασμα ελαίου έχει λάβει σημαντική προσοχή καθώς είναι εύκολο στο να προσαρμόζεται η δόση για την ατομική χορήγηση που απαιτείται καθ’ όλη την περίοδο θεραπείας και λόγω της αυξημένης βιοδιαθεσιμότητας των δραστικών ενώσεων του(9,10,11,12). Μεταξύ των προαναφερθέντων ποικιλιών, η Bedrolite με περιεκτικότητα CBD και THC 9% και <1%, αντίστοιχα, χρησιμοποιείται συχνά για την παρασκευή γαληνικού “βασιζόμενου σε CBD ελαίου”. Εν πάση περιπτώσει, επιτρέπεται στα φαρμακεία να διανέμουν τα έλαια CBD που προέρχονται από κλωστική κάνναβη αλλά δηλώνονται ως πρόσθετα ή αρωματικά παρασκευάσματα, εάν παράγονται στην Ιταλία ή χαρακτηρίζονται ως συμπληρώματα διατροφής εάν εισάγονται από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το φυτό Cannabis sativa L. καλλιεργείται σε όλο τον κόσμο για βιομηχανικούς και ιατρικούς σκοπούς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει την καλλιέργεια φυτών για προϊόντα κλωστικής κάνναβης με βάση την περιεκτικότητα σε THC που πρέπει να είναι μικρότερη από 0,2%. Ο κανονισμός της ΕΕ αριθ. 1307/2013(17) ορίζει ότι οι καλλιεργητές κλωστικής κάνναβης πρέπει να χρησιμοποιούν σπόρους ποικιλιών κάνναβης που περιλαμβάνονται στον κατάλογο[*] της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γενικά, εξειδικευμένες διαδικασίες εκχύλισης, μεταξύ των οποίων και η πιο συνηθισμένη είναι η εκχύλιση με υπερκρίσιμο CO2, χρησιμοποιούνται για την εκχύλιση ενός εκχυλίσματος πλούσιου σε CBD από την κάνναβη για να παραχθούν σκευάσματα ελαίου CBD(18,19). Το προϊόν αυτό περιέχει επίσης και άλλες βιολογικά δραστικές ουσίες όπως τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, βιταμίνες, τερπένια, φλαβονοειδή και άλλα φυτοκανναβινοειδή όπως η κανναβιχρωμένη (cannabichromene, CBC), η κανναβιγερόλη (cannabigerol , CBG), η κανναβινόλη (cannabinol, CBN) και η κανναβιδιβαρίνη (cannabidivarin, CBDV).
[*] “Plant variety database – European Commission” (Βάση δεδομένων για τις ποικιλίες φυτών – Ευρωπαϊκή Επιτροπή) http://ec.europa.eu/…/plant_variet…/search/public/index.cfm…

Μεταξύ των ενώσεων μη κανναβινοειδών, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στα τερπένια που αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη ομάδα (περισσότερα από 100 διαφορετικά μόρια) των φυτοχημικών ουσιών της κάνναβης(20,21,22,23). Τα μονοτερπένια, τα διτερπένια, τα τριτερπένια και τα σεσκιτερπένια είναι σημαντικά συστατικά που υπάρχουν στη ρητίνη της κάνναβης και είναι υπεύθυνα για τις μοναδικές αρωματικές της ιδιότητες. Λόγω της ικανότητάς τους να διασχίζουν εύκολα τις κυτταρικές μεμβράνες και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, μπορούν επίσης να επηρεάσουν τη φαρμακευτική ποιότητα των διαφορετικών χημειοτύπων της κάνναβης(24). Αρκετές θεραπευτικές προσεγγίσεις που βασίζονται στη συνδυασμένη χρήση κανναβινοειδών και τερπενίων έχουν αναπτυχθεί πρόσφατα. Ιδιαίτερα, η θεραπεία των διαταραχών του ύπνου και του κοινωνικού άγχους με την προσθήκη καρυοφυλλένιου, λιναλοόλης και μυρσενίου σε εκχυλίσματα CBD/THC έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα(25). Επιπροσθέτως, οι διαφορές μεταξύ των φαρμακευτικών ιδιοτήτων διαφόρων ποικιλιών Cannabis sativa L. αποδίδονται σε αυστηρές αλληλεπιδράσεις, που ορίζονται ως “συνδυαστική επίδραση” (entourage effect), μεταξύ κανναβινοειδών και τερπενίων ως αποτέλεσμα συνεργατικής δράσης(25). Πρόσφατα οι Pagano et al.(26) διερεύνησαν τη διαφορετική επίδραση ενός καθαρού παρασκευάσματος CBD έναντι ενός τυποποιημένου εκχυλίσματος Cannabis sativa με την ίδια συγκέντρωση κανναβιδιόλης (CBD) στην ελάττωση της φλεγμονής του βλεννογόνου σε μοντέλα κολίτιδας σε ποντικούς. Οι συγγραφείς αποκάλυψαν ότι κάτω από τις ίδιες πειραματικές συνθήκες, η καθαρή CBD μόνο εν μέρει βελτίωσε την κολίτιδα, ενώ το εκχύλισμα Cannabis sativa L. μείωσε σχεδόν εξ ολοκλήρου τους τραυματισμούς. Αυτά τα ευρήματα στηρίζουν το σκεπτικό της “συνδυαστικής επίδρασης” που επιτυγχάνεται συνδυάζοντας την CBD με άλλα δευτερεύοντα συστατικά της κάνναβης.

Η ποιότητα των ελαίων αραίωσης (εκχυλισμάτων) κάνναβης έχει ήδη ερευνηθεί σε προηγούμενες έρευνες που αποδεικνύουν τη σημασία επιλογής ορθών μεθόδων παρασκευής και συνθηκών καθώς και μελέτης της εξέλιξης σημαντικών και δευτερευουσών ενώσεων (κανναβινοειδή και τερπένια) κατά την αποθήκευση, προκειμένου να καθοριστεί η ιδανική διάρκεια ζωής και οι κατευθυντήριες γραμμές διαχείρισης (θερμοκρασία αποθήκευσης)(12). Τα προϊόντα οξείδωσης που προέρχονται από την αποικοδόμηση λιπαρών οξέων κατά τη διάρκεια της περιόδου αποθήκευσης των ελαίων αραίωσης είναι κρίσιμα για τη συνολική σταθερότητα της συνταγοποίησης(27,28). Τα παρασκευάσματα γαληνικών παρασκευάζονται συνήθως με τη χρήση ελαιόλαδου ποιότητας φαρμακοποιίας (FU) για να ελαχιστοποιηθεί ο σχηματισμός μεγάλων ποσοτήτων αλδεϋδών και κετονών που μπορούν επίσης να επηρεάσουν την πεπτικότητα του αραιωμένου ελαίου(9,12,29).

Δεδομένου ότι η παραγωγή των ελαίων με βάση την CBD ως συμπληρωμάτων διατροφής έχει αυξηθεί με ταχείς ρυθμούς και δεδομένου ότι χρησιμοποιούνται συχνά για θεραπευτικούς σκοπούς, το κύριο αντικείμενο αυτής της μελέτης ήταν η αξιολόγηση της συνολικής ποιότητας 14 παρασκευασμάτων ελαίου CBD που παράγονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και αγοράστηκαν στο διαδίκτυο και να τονίσει τις πιθανές επικρίσεις. Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε ένα γαληνικό σκεύασμα ελαίου αραίωσης Bedrolite ως αναφορά θεραπευτικού σκευάσματος. Προκειμένου να προσδιοριστούν και να αυξηθούν οι γνώσεις σχετικά με το χαρακτηριστικό των ελαίων CBD, παρουσιάστηκε ενταύθα ένα λεπτομερές χημικό προφίλ των κανναβινοειδών, των τερπενίων και των ενώσεων οξείδωσης μέσω των αναλυτικών πλατφορμών GC-MS και HPLC-Q-Exact-Orbitrap-MS.

  1. Αποτελέσματα και Συζήτηση
    2.1. Περιεχόμενο κανναβινοειδών
    Οι τρέχοντες διφορούμενοι κανονισμοί επιτρέπουν τεράστιες διαφορές στην ποιότητα και την ασφάλεια των παρασκευασμάτων με βάση την CBD που διατίθενται στην αγορά και η σαφής επισήμανση σχετικά με την ακριβή συγκέντρωση της CBD δεν είναι ακόμη υποχρεωτική. Τα αποτελέσματά μας καταδεικνύουν ότι οι συγκεντρώσεις της CBD δεν ήταν πάντοτε σύμφωνες με τις πληροφορίες παραγωγού (Πίνακας 1). Στην πραγματικότητα, εννέα από τα 14 ελεγμένα δείγματα παρουσίαζαν συγκεντρώσεις που διέφεραν σημαντικά από τη δηλωθείσα ποσότητα, ενώ τα υπόλοιπα πέντε διατηρούσαν τα επίπεδα CBD εντός των βέλτιστων ορίων (η διακύμανση ήταν μικρότερη από 10%). Η ανάλυσή μας αποκάλυψε επίσης ότι δύο παρασκευάσματα (ιδιαίτερα τα έλαια 8 και 10) παρουσίασαν υψηλότερα επίπεδα CBD από αυτά που ορίζουν οι παραγωγοί, ενώ σε άλλα δύο (δείγματα Oil_3 και Oil_14) το περιεχόμενο της CBD ήταν πολύ κατώτερο από τις αναφερόμενες τιμές. Σε ένα δείγμα, η θεωρητική συγκέντρωση της CBD δεν αναγράφεται στην ετικέτα και συνεπώς οι τιμές που λαμβάνονται δεν μπορούν να συγκριθούν με τη δήλωση του παραγωγού. Συνολικά, τα αποτελέσματα υπογράμμισαν την εξαιρετική μεταβλητότητα των εμπορικών παρασκευασμάτων ελαίου CBD, δικαιολογώντας την ανάγκη αυστηρότερων κανονισμών / ελέγχων. Οι ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη σύνθεση κάθε παρτίδας που διατίθεται στην αγορά είναι κρίσιμης σημασίας για τους καταναλωτές που πρέπει να είναι σε θέση να προσαρμόσουν σωστά τη συνιστώμενη δόση στο παρασκεύασμα που διατίθεται / αγοράζεται(9). Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με αυτά που προέκυψαν από μια προκαταρκτική μελέτη σχετικά με την ακρίβεια της επισήμανσης των παρασκευασμάτων εκχυλισμάτων κανναβιδιόλης από προϊόντα που διατίθενται στην αμερικανική αγορά. Στα προϊόντα που εξετάστηκαν, το 26% περιείχε λιγότερη CBD από την επισημασμένη, γεγονός που θα μπορούσε να αναιρέσει οποιαδήποτε πιθανή κλινική ανταπόκριση(30). Η υπερβολική επισήμανση των προϊόντων CBD στη μελέτη ήταν παρόμοια σε μέγεθος με τα επίπεδα που προκάλεσαν προειδοποιητικές επιστολές σε 14 επιχειρήσεις το 2015-2016 από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (US Food and Drug Administration) που υποδηλώνει ότι υπάρχει συνεχής ανάγκη για τις ομοσπονδιακές και τις πολιτειακές ρυθμιστικές αρχές να λάβουν μέτρα για να εξασφαλίζουν την ακρίβεια των ετικετών αυτών των καταναλωτικών προϊόντων.

Πίνακας 1. Περιεκτικότητα σε κανναβινοειδή (εκφραζόμενη ως % w/w και σε μg/g) σε έλαια CBD που ερευνήθηκαν (μέσος όρος ± S.D., n = 2)
1CBD που δηλώθηκε στις ετικέτες, 2CBDtot (άθροισμα CBD +0,877 × CBDA), 3Bedroliteκ έλαιο εκχύλισμα που παρασκευάζεται ως γαληνικό προϊόν – η λεπτομερής περιγραφή της μεθόδου και η καταλληλότητά της δίνεται προηγουμένως από τους Calvi et al., 2018(12).

Αν και η CBD αποτελεί βασικό συστατικό των εξεταζόμενων εκχυλισμάτων ελαίου κάνναβης, το φυτό αρχικά είναι ικανό να παράγει μόνο την όξινη μορφή της, το κανναβιδιολικό οξύ (cannabidiolic acid, CBDA). Η αποκαρβοξυλίωση του CBDA που καταλύεται με θερμική έκθεση κατά τη διάρκεια των συνθηκών εκχύλισης οδηγεί στη μετατροπή του CBDA σε CBD ως το αντίστοιχο αποκαρβοξυλιωμένο (ουδέτερο) αντίστοιχο. Επομένως, ο προσδιορισμός του CBDA είναι σημαντικός για την αξιολόγηση του ρυθμού αποκαρβοξυλίωσης του CBDA και της αποτελεσματικότητας της αντίδρασης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκχύλισης(31). Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι εξετάζοντας τις ιστοσελίδες των παραγωγών ελαίων CBD που συμμετείχαν στην έρευνα αυτή, μπορεί να διαπιστωθεί ότι ορισμένοι από αυτούς δημοσίευσαν μια αναλυτική έκθεση στην οποία αναφέρεται μόνο το συνολικό περιεχόμενο CBD ως το άθροισμα της CBD + (0,877 του CBDA). Αυτό είναι αρκετά προβληματικό, καθώς οι βιολογικές επιδράσεις των ουδέτερν και όξινων μορφών είναι αξιοσημείωτα διαφορετικές(5). Γενικά, η έκφραση της περιεκτικότητας σε CBD ως άθροισμα των όξινων και ουδέτερων μορφών εξαρτάται από την αναλυτική μέθοδο που εφαρμόζεται. Συγκεκριμένα, συμβαίνει όταν χρησιμοποιείται χρωματογραφία αερίων (GC), μια από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες αναλυτικές πλατφόρμες για την ανάλυση κανναβινοειδών(31). Περιλαμβάνει τη θέρμανση του δείγματος σε υψηλή θερμοκρασία στον εγχυτήρα πριν από τον χρωματογραφικό διαχωρισμό που οδηγεί αναπόφευκτα στην αποκαρβοξυλίωση των κανναβινοειδών οξέων. Επομένως, το αναλυτικό αποτέλεσμα είναι το άθροισμα των όξινων και ουδέτερων μορφών. Η μέθοδος GC εξακολουθεί να χρησιμοποιείται επίσημα από τις αρχές για τον προσδιορισμό των κανναβινοειδών, αλλά είναι προφανώς ακατάλληλη. Μερικές ερευνητικές ομάδες συνεχίζουν να προτείνουν ότι ένα ακριβές προφίλ κανναβινοειδών θα πρέπει να αξιολογείται με τον ξεχωριστό προσδιορισμό της όξινης και ουδέτερης μορφής(12,31). Τα αποτελέσματα που προκύπτουν σε αυτή τη μελέτη επιβεβαιώνουν αυτή την αναγκαιότητα. Χρησιμοποιώντας την τεχνολογία LC-HRMS, καταφέραμε να διακρίνουμε την όξινη μορφή από την ουδέτερη CBD και να εξετάσουμε το ευρύ φάσμα συγκεντρώσεων. Όπως μπορεί να φανεί στον Πίνακα 1, στην πλειονότητα των δειγμάτων η συγκέντρωση του CBDA βρέθηκε αμελητέα σε σύγκριση με την ποσότητα της CBD (για παράδειγμα, στα δείγματα Oil_4 και Oil_15). Αντίθετα, υπήρχαν μερικά δείγματα με σημαντική ποσότητα CBDA. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα είναι το Oil_3, στο οποίο η περιεκτικότητα CBDA υπερέβη την CBD και μόνο το άθροισμα των δύο ουσιών δικαιολόγησε το ποσοστό CBD που δήλωσε ο παραγωγός. Επιπλέον, είναι προφανές ότι η συγκέντρωση της CBD που αναφέρεται στην ετικέτα στο Oil_12 επιτυγχάνεται μόνο όταν λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα και των δύο μορφών, λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντική ποσότητα του CBDA.

Παρ’ όλα αυτά, όλοι οι παραγωγοί υπογραμμίζουν ότι οι μέθοδοι παρασκευής τους αποφέρουν το λεγόμενο εκχύλισμα πλήρους φάσματος, πράγμα που σημαίνει ότι τα εκχυλίσματα κλωστικής κάνναβης περιέχουν διαφορετικά φυτοκανναβινοειδή, συμπεριλαμβανομένων των THC, CBN, CBG, THCA, CBGA και άλλων, ανάλογα με την ποικιλία κάνναβης και τη μέθοδο εκχύλισης. Προκειμένου να επιτευχθεί πλήρες φάσμα σε ένα εκχύλισμα κλωστικής κάνναβης, το προφίλ των βιοενεργών ενώσεων που περιέχουν τα λουλούδια των φυτών πρέπει να μεταφερθεί στο ίδιο το εκχύλισμα χωρίς να διακυβεύεται οποιαδήποτε πτυχή του προφίλ.

Σε σύγκριση με τις προηγούμενες εργασίες που έγιναν για έλαιο κάνναβης(9-11,31) χρησιμοποιήσαμε μια μέθοδο HRMS που παρείχε περισσότερες πλήρεις πληροφορίες σχετικά με το προφίλ και την ποσότητα κανναβινοειδών στη σύνθεση του ελαίου. Στην πραγματικότητα, εκτός από την CBD ως κύριο κανναβινοειδές, καταφέραμε να εντοπίσουμε και να ποσοτικοποιήσουμε τα έξι πιο σημαντικά κανναβινοειδή, συμπεριλαμβανομένων των βασικών κανναβινοειδών (THC, THCA και CBDA) μαζί με τον ποσοτικό προσδιορισμό των CBN, CBG και CBGA. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν δείχνουν σαφώς ότι 12 από ταελα 14 δείγματα περιείχαν THC, η οποία προσελκύει την προσοχή λόγω της δυνητικής δραστηριότητας τοελαξίκωσης. Η περιεκτικότητα σε THC έδειξε σημαντική μεταβλητότητα στα δείγματα που αναλύθηκαν, αλλά κυρίως στα επίπεδα που περιγράφηκαν ως χαμηλά (0,2%)(17). Μόνο ένα από όλα τα THC θετικά δείγματα (Oil_6) περιείχε σημαντική ποσότητα THC (0,35%), γεγονός που προκαλεί ανησυχίες, διότι ο κατασκευαστής δήλωσε ότι το προϊόν είναι ελεύθερο από THC. Αυτό το αποτέλεσμα υπογραμμίζει τη σημασία της εξειδίκευσης επίσης της ποσότητας THC ή οποιουδήποτε άλλου κανναβινοειδούς με πιθανή ψυχοδραστικότητα που υπάρχει στα εμπορικά έλαια CBD.

Η CBN μετρήθηκε ποσοτικά στη μεγάλη πλειονότητα των δειγμάτων (εκτός του Oil_14). Η ανίχνευση της έχει μεγάλη σημασία καθώς δεν θεωρείται φυσικά προκύπτων κανναβινοειδές αλλά μάλλον προϊόν που σχηματίζεται από οξείδωση της THC κατά τη γήρανση του φυτού, με χρήση ανεπαρκούς διαδικασίας εκχύλισης ή ακατάλληλων συνθηκών αποθήκευσης(32). Συνεπώς, ο προσδιορισμός της μπορεί να συμβάλει στην αξιολόγηση της ποιότητας των ελαίων CBD σε σχέση με το χρησιμοποιηθέν υλικό νωπού φυτού, την εφαρμοσθείσα μέθοδο εκχύλισης και την αποθήκευση. Για παράδειγμα, στο δείγμα Oil_13 η ποσότητα της CBN ήταν περισσότερο από το διπλάσιο της ποσότητας της THC. Λαμβάνοντας υπόψη την CBN ως ένα προϊόν αποικοδόμησης της THC, θα ήταν καλύτερα να σκεφτούμε το άθροισμα των THC + CBN ως σχετική παράμετρο για την αξιολόγηση της αρχικής συγκέντρωσης THC στο εκχύλισμα ελαίου. Επιπλέον, η CBN, αν και πολύ λιγότερο ψυχοδραστική από την THC, εκφράζει ηρεμιστικά αποτελέσματα(33,34) και γι’ αυτό το ότι περιέχεται πρέπει να αναγράφεται στην ετικέτα μαζί με την THC. Είναι γνωστό ότι η THC προέρχεται από την αποκαρβοξυλίωση του τετραϋδροκανναβινολικού οξέος (tetrahydrocannabinolic acid, THCA)(20) και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ποσοτικοποιήθηκε η ποσότητα του THCA σε αυτή τη μελέτη. Τα αποτελέσματά μας δεν αποκάλυψαν σημαντική παρουσία είτε του THCA (Πίνακας 1) είτε του κανναβιγερολικού οξέος (cannabigerolic acid, CBGA) που είναι ο πρόδρομος όλων των άλλων κανναβινοειδών οξέων. Το CBGA δίνει με την αποκαρβοξυλίωση την κανναβιγερόλη (cannabigerol, CBG) η οποία είτε απουσιάζει εντελώς είτε υπάρχει σε μικρές ποσότητες. Η ποσοτικοποίηση των CBGA και CBG δεν αποδείχθηκε επιτακτική, αλλά η παρουσία τους θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως επιβεβαίωση ότι το δείγμα ελαίου περιέχει ένα φυσικό εκχύλισμα κάνναβης πλήρους φάσματος. Περαιτέρω, με την αναδρομική ανάλυση, ανιχνεύθηκαν διάφορες άλλες ήσσονος σημασίας “μη στοχευόμενες” ενώσεις με τη βοήθεια του αναλυτή Orbitrap (Thermo Fisher Scientific, San Jose, CA, USA). Μεταξύ άλλων (τα δεδομένα δεν παρουσιάζονται) είναι σημαντικό να επισημανθεί η επίμονη εμφάνιση της CBDV σε όλα τα δείγματα που αναλύθηκαν. Η Εικόνα 1 δείχνει το πρότυπο κατακερματισμού των CBDV και CBD. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή η ένωση έχει εκδηλώσει σημαντική φυσιολογική δραστηριότητα(33) και συνοδεύει την CBD ως ανάλογη της, θα πρέπει να συμπεριληφθεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση ποιότητας των παρασκευασμάτων ελαίου CBD πλήρους φάσματος. Εκτός αυτού, παρατηρήσαμε ότι όταν το σπορέλαιο κλωστικής κάνναβης χρησιμοποιήθηκε ως μήτρα, το σήμα της CBDV αυξήθηκε σημαντικά, πράγμα που σημαίνει ότι ίσως μία μερίδα της CBDV προέρχεται από έλαιο κλωστικής κάνναβης και όχι από εκχύλισμα λουλουδιών(34).

Εικόνα 1. Αναδρομική ανάλυση δεδομένων αποκαλύπτει την εμφάνιση CBDV: πλήρες χρωματογράφημα MS-dd-MS2 και σχετικό πρότυπο κατακερματισμού γονικού ιόντος (287.20048) που λαμβάνεται σε κατάσταση πρόσκτησης dd-MS2. Για σύγκριση, παρουσιάζεται επίσης το σήμα CBD και το πρότυπο κατακερματισμού.

Το εκχύλισμα ελαίου Bedrolite (Oil_1) που λαμβάνεται με μια πρόσφατα δημοσιευμένη διαδικασία(12), είναι μια καθορισμένη γαληνική σύνθεση που έχει χρησιμοποιηθεί για διάφορους θεραπευτικούς σκοπούς. Περιλήφθηκε στη μελέτη αυτή ως “υλικό αναφοράς” από σαφώς καθορισμένο αρχικό υλικό (ποικιλία φυτών κάνναβης) και παρασκευάστηκε χρησιμοποιώντας τυποποιημένη / εγκεκριμένη διαδικασία παρασκευής. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι για να χρησιμοποιηθεί το κανναβινοειδές προφίλ του εκχυλίσματος ελαίου Bedrolite ως σημείο αναφοράς στην αξιολόγηση των ελαίων κλωστικής κάνναβης που είναι από φυτά πλούσια σε CBD. Πρώτον, μπορεί να θεωρηθεί ως εκχύλισμα πλήρους φάσματος που διατηρεί τις φυσικές αναλογίες κανναβινοειδών, θα πρέπει να απουσιάζουν τυχόν ακαθαρσίες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τα πειράματα. Δεύτερον, πολλοί καταναλωτές τείνουν να αντικαθιστούν τα παρασκευάσματα γαληνικών ελαίων (όπως το εκχύλισμα ελαίου Bedrolite) με εκχύλισμα ελαίου κάνναβης από φυτά πλούσια σε CBD, λόγω του ότι απαιτείται ιατρική συνταγή για το πρώτο. Η μελέτη μας αποκάλυψε ότι το εκχύλισμα ελαίου Bedrolite περιέχει 0,8% CBD. Αυτό είναι σύμφωνο με το θεωρητικό ποσοστό (0,9%) που πρέπει να βρεθεί στο εκχύλισμα ελαίου Bedrolite: η ταξιανθία περιέχει 9% CBD και ο λόγος αραίωσης κατά τη διάρκεια της εκχύλισης είναι 1:10. Ωστόσο, όσον αφορά το προφίλ των κανναβινοειδών (Πίνακας 1), είναι προφανές ότι οι ποσότητες CBDA, THC, THCA και CBGA είναι κατώτερες σε σύγκριση με τα εκχυλίσματα ελαίου κλωστικής κάνναβης πλούσια σε CBD. Αυτά τα δεδομένα έχουν μεγάλη σημασία καθώς υπογραμμίζουν τη μειωμένη συγκέντρωση όλων των κανναβινοειδών στο εκχύλισμα ελαίου Bedrolite σε σύγκριση με το εκχύλισμα ελαίου κλωστικής κάνναβης CBD.

Οι λόγοι για όλες τις προαναφερθείσες παραλλαγές μεταξύ των δειγμάτων που εξετάστηκαν είναι πολυάριθμοι και πολλαπλοί. Η τελική σύνθεση των εκχυλισμάτων ελαίου κλωστικής κάνναβης πλούσιων σε CBD εξαρτάται από τον χημειότυπο και την ποιότητα της βιομηχανικής κάνναβης που χρησιμοποιείται, αλλά επίσης εξαρτάται από τη μέθοδο εκχύλισης που εφαρμόζεται. Δυστυχώς, όλοι οι παραγωγοί δεν δείχνουν να χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο εκχύλισης. Μόνο τέσσερις δήλωσαν τη χρήση της εκχύλισης υγρού με υπερκρίσιμο CO2, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι η μέθοδος επιλογής, καθώς η χαμηλή θερμοκρασία και η αδρανής ατμόσφαιρα οδηγούν σε υψηλότερες αποδόσεις σε CBD(18,19). Ωστόσο, το κύριο μειονέκτημα αυτής της τεχνολογίας είναι το υψηλό κόστος της και είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η εκχύλιση με διαλύτη χρησιμοποιείται επίσης για φθηνή βιομηχανική επεξεργασία. Εντούτοις, είναι αμφίβολο αν πρόκειται για μια σωστή επιλογή για ένα προϊόν κατανάλωσης από τον άνθρωπο, επειδή οι υπολειμματικοί διαλύτες (συνήθως εξάνιο, αιθανόλη, ισοπροπυλική αλκοόλη, τολουόλιο, βενζόλιο, ξυλόλιο και ακετόνη) ενδέχεται να μολύνουν το τελικό προϊόν(32). Χωρίς πλήρη πληροφόρηση σχετικά με τις μεθόδους παρασκευής των ελαίων CBD, ερευνήσαμε την εμφάνιση των πλέον χρησιμοποιούμενων διαλυτών εκχύλισης ως υπολειμμάτων από διαλύτες. Η ανάλυσή μας αποκάλυψε την σποραδική επίπτωση της ακετόνης (Πίνακας 2, Τμήμα κετονών) που πιθανότατα υπάρχει ως προϊόν οξείδωσης λιπιδίων και όχι ως πραγματικός υπολειμματικός διαλύτης. Παρ’ όλα αυτά, ανιχνεύθηκε η παρουσία ορισμένων πτητικών ενώσεων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως προβληματικές ακαθαρσίες από υπολείμματα διαλυτών (Πίνακας 2, Διάφορες ενότητες). Συγκεκριμένα, τα δείγματα Oil_4 και Oil_6 έδειξαν την παρουσία 1,3-διμεθυλοβενζολίου ενώ στο δείγμα Oil_3 ανιχνεύθηκε 1,2,4-τριμεθυλοβενζόλιο. Αυτές οι αρωματικές ενώσεις δεν υπήρχαν στο γαληνικό παρασκεύασμα (Oil_1).

2.2. Πτητικό προφίλ: Προφίλ τερπενίων και προϊόντα οξειδώσεως δευτερογενούς λιπιδίου
Τα τερπένια και τα κανναβινοειδή έχουν κοινά βιοσυνθετικά μονοπάτια και, στην πραγματικότητα, τα κανναβινοειδή είναι τερπενοφαινολικές ενώσεις. Στα φυτά Cannabis, τα τερπένια εκκρίνονται και αποθηκεύονται μαζί με τα κανναβινοειδή σε αδενικά τριχώματα. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό και σε σχέση με πρόσφατες ενδείξεις για την συνεργατική δράση των τερπενίων και των κανναβινοειδών (η “συνδυαστική επίδραση”), μια διεξοδική έρευνα των τερπενίων είναι θεμελιώδης για την αξιολόγηση των παρασκευασμάτων ελαίου κάνναβης ως συμπλήρωμα διατροφής με θεραπευτικές εφαρμογές. Πλήρεις πληροφορίες σχετικά με το προφίλ τερπενίων συνοψίζονται και αναφέρονται στον Πίνακα 2. Συνολικά, μέχρι 110 πτητικές ενώσεις συνθέτουν το πτητικό δακτυλικό αποτύπωμα, συμπεριλαμβανομένων 48 τερπενίων που διαιρούνται περαιτέρω σε κλάσεις όπως παρουσιάζονται στην Εικόνα 2. Το δείγμα Oil_6 περιείχε μία εξαιρετικά υψηλή ποσότητα σε τερπένια σε σύγκριση με όλα τα άλλα δείγματα. Το α-πινένιο, το β-μυρσένιο και το λιμονένιο είναι τα πιο συμπυκνωμένα τερπένια σε αυτό το παρασκεύασμα, γεγονός που δείχνει την εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδο εκχύλισης που εφαρμόζεται. Τα δείγματα 5, 12 και 14 περιείχαν ένα διαφορετικό αριθμό διαφόρων τερπενίων, αν και σε πολύ χαμηλότερη συγκέντρωση σε σύγκριση με το δείγμα Oil_6. Προφανώς, αυτά τα σκευάσματα ελήφθησαν με μια διαδικασία εκχύλισης ικανή να διατηρήσει το αρχικό φυσικό προφίλ τερπενίων από τα φυτά Cannabis sativa, καθώς το τερπενικό προφίλ τους συμφωνεί με αυτό που έχει ήδη δημοσιευθεί στη βιβλιογραφία(12,21,22,23,24,35). Παρομοίως, το εκχύλισμα ελαίου Bedrolite (Oil_1) περιέχει διάφορες τερπενικές δομές, που αντικατοπτρίζουν την αρχική κατατομή στα φυτά. Ένα συγκεκριμένο προφίλ παρατηρείται για το δείγμα Oil_4 που έδειξε διαφορετικό δακτυλικό αποτύπωμα τερπενίου σε σύγκριση με τα άλλα έλαια, καθώς περιέχει κυρίως μόρια υποκατηγορίας μονοτερπενίου. Έχει αποδειχθεί προηγουμένως πως η μέθοδος παρασκευής που χρησιμοποιείται για την παραγωγή εκχυλισμάτων κάνναβης είναι ικανή να επηρεάσει την παρουσία διαφορετικών τερπενίων(18,19) και αυτό είναι πιθανότατα ο λόγος ενός τέτοιου ειδικού προφίλ τερπενίου που βρίσκεται στο Oil_4.

Πίνακας 2. Τα προφίλ των πτητικών ενώσεων εξάγονται χρησιμοποιώντας HS-SPME και GC / MS από δείγματα ελαίων CBD.

RI a: δείκτης συγκράτησης υπολογισμένος σε Rtx-Wax (30m X 0,25mm X 0,25μm f.t.). RT b: χρόνος συγκράτησης (λεπτά). Μέσος όρος c: μέση τιμή (n = 3). Τα δεδομένα εκφράζονται σε μg/g SD d: Τυπική απόκλιση n.d.: δεν ανιχνεύθηκε.

Εικόνα 2. Κλάσεις τερπενίων ποσοτικοποιημένες σε παρασκευάσματα ελαίων βασισμένα στην CBD (εκφρασμένα σε μg/g ΙS ισοδύναμα) α) Μονο/δι/τρι-τερπένια β) σεσκιτερπένια και οξυγονωμένα τερπένια.

Το β-μυρσένιο και το λιμονένιο που συνοδεύονται από β-οσιμένιο και τρανς-καρυοφυλλένιο βρέθηκαν σε όλα τα δείγματα αλλά σε πολύ μειωμένες ποσότητες σε σύγκριση με το δείγμα 6 και η συγκέντρωσή τους διέφερε πολύ από δείγμα σε δείγμα. Τα α-πινένιο και β-πινένιο ταυτοποιήθηκαν στην πλειονότητα των δειγμάτων, εξαιρουμένων των δειγμάτων Oil_3 και Oil_13. Αυτό παραμένει ασαφές, δεδομένου ότι τα δύο πινένια είναι αρκετά ισορροπημένα στις διάφορες ποικιλίες κάνναβης που αντιπροσωπεύουν περίπου το 10% του γκρουπ τερπενίων και δεν υπερβαίνουν το 15-20%(20). Η εμφάνιση του α-τερπινολενίου σε όλα τα δείγματα (εκτός του Oil_2 και του Oil_13) μπορεί να είναι σημαντική καθώς αυτή η ένωση προτάθηκε ως γενετικός δείκτης για τη διάκριση δύο σημαντικών γονιδιακών ομάδων για την αναπαραγωγή ποικιλιών χαμηλής THC(35,36). Το δείγμα Oil_14 ήταν ιδιαίτερα πλούσιο σε τρανς-καρυοφυλλένιο ακολουθούμενο από α-χουμουλένιο. Η κυριαρχία αυτών των δύο σεσκιτερπενίων σε σχέση με τα άλλα τερπένια που ανιχνεύθηκαν σε αυτό το παρασκεύασμα μπορεί να υποδεικνύει τη γεωγραφική προέλευση του αρχικού φυτικού υλικού Cannabis sativa και, στην πραγματικότητα, ο παραγωγός διευκρίνισε την ορεινή περιοχή όπου καλλιεργήθηκε το φυτό.

Είναι επίσης σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι το δείγμα Oil_15 στερήθηκε σχεδόν εντελώς από ένα τερπενικό κλάσμα εκτός από τα ίχνη των κύριων τριών που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αυτό μπορεί να υποδεικνύει μια αναποτελεσματική / ανεπαρκή επεξεργασία της πρώτης ύλης ή ακόμη και την τεχνητή προσθήκη της CBD στη μήτρα λαδιού, καθώς επίσης λείπουν και ορισμένα βασικά κανναβινοειδή (Πίνακας 1). Επιπλέον, για τα δείγματα 11 και 13 διαπιστώθηκε εξαιρετικά χαμηλή περιεκτικότητα σε τερπένια, ενώ τα υπόλοιπα δείγματα είχαν συνολικό περιεχόμενο τερπενίων στην περιοχή μεταξύ 174 και 1367μg/g, με έντονη διακύμανση στη σύνθεση από δείγμα σε δείγμα. Παρ’ όλα αυτά, οι ποιοτικές και ποσοτικές διαφορές που παρατηρούνται στα χημικά προφίλ των τερπενικών κλασμάτων εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες όπως: ποικιλία κάνναβης, καλλιέργεια και περιβαλλοντικές συνθήκες, χρόνος συγκομιδής και συνθήκες μετά τη συγκομιδή, αποθήκευση και ξήρανση ακατέργαστων φυτών, εφαρμοζόμενη διαδικασία εκχύλισης και τελικά αποθήκευση του τυποποιημένου ελαίου.

Εκτός από τερπένια υδρογονανθράκων, οξυγονωμένα τερπενοειδή όπως η λιναλοόλη και η α-τερπινεόλη, βρέθηκαν σε μερικά παρασκευάσματα (Πίνακας 2, Εικόνα 2) με μια ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση και πάλι στο δείγμα Oil_6. Αυτές οι ενώσεις αντιστοιχούν σε δευτερογενή προϊόντα φωτοξειδώσεως των αρχικών τερπενίων. Παρουσία ελαφρού και απλού οξυγόνου, τα τερπένια είναι επίσης γνωστό ότι υφίστανται φωτοξείδωση που οδηγεί στο σχηματισμό αλλυλικών υδροϋπεροξειδίων(35).

Εκτός από τα προφίλ σύνθετων τερπενίων που αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 90% των ανιχνευόμενων πτητικών συστατικών των ελαίων, κατέστη δυνατό να σημειωθεί η παρουσία άλλων οργανικών ενώσεων που απαντώνται συνήθως σε φυσικά εκχυλίσματα όπως εστέρες, αλκοόλες, αλδεΰδες και κετόνες (Πίνακας 2). Μόνο λίγοι εστέρες χαμηλής αλυσίδας μπορούν να αναγνωριστούν, ενώ το οξικό αιθύλιο κυριαρχεί στο δείγμα Oil_3. Η παρουσία του είναι πιθανότερο να οφείλεται στη μέθοδο παρασκευής και θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ενδεικτικό ενδεχόμενης νοθείας.

Από την άλλη πλευρά, η ανίχνευση των αλδεϋδών και των κετονών υποδεικνύει την έναρξη της υπεροξείδωσης λιπιδίων πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (polyunsaturated fatty acids, PUFAs) στα έλαια που χρησιμοποιούνται ως μήτρα, όπως αποδείχθηκε στην προηγούμενη εργασία μας σχετικά με τις παρατηρούμενες τάσεις αυτών των ενώσεων κατά την αποθήκευση των αραιωμένων ελαίων που προέρχονται από κάνναβη(12). Είναι καλά τεκμηριωμένο ότι η υπεροξείδωση των PUFAs οδηγεί στο σχηματισμό μιας καλά καθορισμένης σειράς αλδεϋδών και κετονών όπως εννεανάλη, εξανάλη και πεντανάλη, 2-επτενάλη, ειδικά κατά την αποθήκευση. Ο ρυθμός σχηματισμού των προϊόντων οξειδώσεως λιπιδίων εξαρτάται αυστηρά από διάφορους παράγοντες μεταξύ των οποίων οι σημαντικότερες είναι η θερμοκρασία της μεθόδου παρασκευής, η σύνθεση λιπαρού οξέος του ελαίου στο οποίο διαλύθηκε το εκχύλισμα της κάνναβης και οι συνθήκες αποθήκευσης (θερμοκρασία αποθήκευσης) όπως επιδεικνύεται σε μια πρόσφατη μελέτη(12). Αυτές οι παράμετροι είναι ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό των τελικών χαρακτηριστικών των τελικών προϊόντων, όπως αποδεικνύεται και από το χρώμα των δειγμάτων (Εικόνα 3). Άλλες ενώσεις πτητικής αποσύνθεσης που συχνά συναντώνται περιλαμβάνουν 2-εξενάλη, 2-οκτενάλη, 2,4-νοναδιενάλη, 4,5-διϋδροξυδεκετάλη(37), μερικές από τις οποίες επίσης εμφανίστηκαν σε κάποια από τα δείγματα μας.

Για τα έλαια CBD που αναλύθηκαν σε αυτή τη μελέτη, χρησιμοποιήθηκαν τυπολογίες διαφορετικών τύπων λαδιού: τριγλυκερίδια μέσης αλυσίδας (MCT oil, ένα δείγμα), ελαιόλαδο (έξι δείγματα) και σπορέλαιο κλωστικής κάνναβης (οκτώ δείγματα). Αξίζει να τονιστεί ότι το δείγμα Oil_4 στερήθηκε σχεδόν πλήρως από προϊόντα οξειδώσεως λιπιδίων (Πίνακας 2, Εικόνα 4). Αυτό το παρασκεύασμα ήταν το μόνο που παρασκευάστηκε σε έλαιο MCT, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το είδος μήτρας είναι λιγότερο ευαίσθητο στην οξειδωτική αποικοδόμηση από το ελαιόλαδο ή το σπορέλαιο κλωστικής κάνναβης που δηλώνονται ως μήτρες για άλλα παρασκευάσματα που περιλαμβάνονται στην παρούσα μελέτη.

Όσον αφορά το ελαιόλαδο, χρησιμοποιείται συχνά από τους παραγωγούς, καθώς έχει ισχυρό θρεπτικό δυναμικό και είναι πλούσιο σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Επιπλέον, το έλαιο FU (ελαιόλαδο φαρμακευτικής ποιότητας) χρησιμοποιείται για την παρασκευή γαληνικών σκευασμάτων CBD(9,12,29) όπως έγινε για το εκχύλισμα ελαίου Bedrolite.

Όσον αφορά το σπορέλαιο κλωστικής κάνναβης που χρησιμοποιείται ως φορέας για τη διάλυση του εκχυλίσματος CBD (εξ ου και ο όρος “έλαιο CBD κλωστικής κάνναβης” / “CBD hemp oil”), ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με αυτό το είδος προετοιμασίας είναι απαραίτητες διότι εξακολουθούν να υπάρχουν παρανοήσεις που μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση στους τελικούς χρήστες αυτών των παρασκευασμάτων. Η έκφραση “έλαιο CBD” τυπικά περιορίζεται σε εκχυλίσματα σε λάδι από μπουμπούκια ανθών και όχι μίσχους, ίνες ή σπόρους της κάθε ποικιλίας Cannabis sativa L.

….
Η συνέχεια του άρθρου στο αρχείο PDF:
Ποιοτικά Χαρακτηριστικά των ‘Ελαίων Κανναβιδιόλης’.pdf
https://www.facebook.com/download/preview/753188965073905

 

Προσθέστε με στη λίστα email με νέα, εκπτώσεις, άρθρα, προϊόντα και εκδηλώσεις του συλλόγου

Δεν στέλνουμε spam!

Με την εγγραφή σας συμφωνείτε με την πολιτική απορρήτου μας.

Αφήστε μια απάντηση